«Ενωμένοι θα επιζήσουμε, χωρισμένοι θα χαθούμε.»
Αίσωπος
Με πρωτοφανή έκπληξη διαβάσαμε σε ανάρτηση αστυνομικής συνδικαλιστικής παράταξης της Θεσσαλονίκης, μεταξύ άλλων, τα παρακάτω : ΄…Επίσης, περίπου το 50% του ψηφοδελτίου που σκιαγραφώ αποτελείται από συναδέλφους που κατέχουν τον βαθμό του Ανθυπαστυνόμου και άνω, πολλοί εκ των οποίων είναι ήδη διοικητές, υποδιοικητές σε υπηρεσίες στις οποίες οφείλονται δεκάδες ημερήσιες αναπαύσεις και που το ωράριο καταστρατηγείται σε καθημερινή βάση. Αλήθεια, πόσο ηθικό είναι να ζητάς την ψήφο των συναδέλφων για να λύσεις τα προβλήματα που εσύ ο ίδιος τους δημιουργείς;…΄.
Πράγματι στο προσφάτως ανακοινωθέν Ενωτικό Ψηφοδέλτιο των τριών συνδικαλιστικών παρατάξεων της Θεσσαλονίκης (Σ.Κ.Α.Υ. – Δύναμη Αναγέννησης – ΑΣΠΙΔΑ), είναι μεγάλος ο αριθμός των συναδέλφων με το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου και άνω, αλλά και Αξιωματικών λοιπών βαθμών, η πλειοψηφία των οποίων υπηρετεί σε μάχιμες Υπηρεσίες της Θεσσαλονίκης, έρχεται καθημερινά σε τριβή με τα προβλήματα και τις εγγενείς (τεράστιες) ελλείψεις των Υπηρεσιών κατά την άσκηση ενός απαιτητικού και πολυσχιδούς αστυνομικού έργου, αλλά και είναι αυτή που τελικά επωμίζεται το βάρος όχι μόνο τυχόν δικών της ενεργειών και παραλείψεων, αλλά και τις συνέπειες και πιέσεις εξωγενών, τις περισσότερες φορές, καταστάσεων και λοιπών υπηρεσιακών (και μη) παραγόντων.
Είναι πολύ εύκολο να βάλει κανείς στο σκαμνί το Διοικητή ή το Διοικητή μιας αστυνομικής Υπηρεσίας και να ζητήσει από αυτόν ευθύνες για το μεγάλο αριθμό οφειλόμενων ημερησίων αναπαύσεων στο αστυνομικό προσωπικό, του οποίου την ευθύνη του έργου και των πράξεων φέρει, αλλά και για την καθημερινή καταστρατήγηση του ωραρίου εργασίας, όπως επαγγέλλεται στην σχετική του ανάρτηση ο γράφων συνάδελφος.
Στο σημείο αυτό όμως, πρέπει να τονιστεί ότι δεν είναι μόνο αυτά τα δύο τα σημαντικότερα προβλήματα που ταλανίζουν τους συναδέλφους στις μάχιμες, κυρίως, Υπηρεσίες και τα οποία βεβαίως, αποτελούν εύκολο επικοινωνιακό όπλο από τυχόν ΄καλοπροαίρετους΄, έτοιμους να κολλήσουν εύκολα και με ελαφρά την καρδία την ταμπέλα του κακού Διοικητή ή της μη χρηστής Διοίκησης (κάτι που πουλάει πολύ τελευταία) στα πλαίσια, όπως ισχυρίζονται οι εκάστοτε (κατά-)κρίνοντες, καταστρατήγησης των εργασιακών δικαιωμάτων του αστυνομικού προσωπικού.
Εάν κάποιος υπηρετούσε σε μία μάχιμη Υπηρεσία πρώτης γραμμής, θα ήξερε ότι καθημερινά όλοι οι συνάδελφοι έρχονται αντιμέτωποι με μια πληθώρα οργανωτικών, υλικοτεχνικών και θεσμικών ζητημάτων (τραγελαφικών και αντικρουόμενων πολλές φορές πράγματι) που συνολικά επηρεάζουν αρνητικά την καθημερινή εύρυθμη λειτουργία μίας αστυνομικής Υπηρεσίας με διττό εν τέλει αποτέλεσμα : αφενός μεν την καταρράκωση της προσωπικότητας και την περαιτέρω (άσκοπη πολλές φορές) επιβάρυνση του Αστυνομικού οποιουδήποτε βαθμού, από τον εκάστοτε Διοικητή μέχρι τον τελευταίο Αστυφύλακα, αλλά και την αρνητική επίπτωση στην δυνατότητα άμεσης και ποιοτικής παροχής υψηλού βαθμού αποτελεσματικότητας αστυνομικού έργου.
Είναι πραγματικά οι ρυθμοί τις καθημερινότητας σε μία μάχιμη Υπηρεσία τόσο συντριπτικοί σε συνδυασμό με τις απαιτήσεις που καλείται να εκπληρώσει αυτή, πολλές φορές εντός στενών χρονικών ορίων, υπό πίεση και δίχως επαρκή μέσα, ούτως ώστε θα έλεγε κανείς ότι μακάρι να υπήρχε κάποιος αποκλειστικός φυσικός αυτουργός αυτών των καταστάσεων (π.χ. ένας Διοικητής ή Υποδιοικητής) για να μπορέσει εν τέλει να αποδοθεί σε αυτόν η συνολική ευθύνη για την τραγικά ρεαλιστική υφιστάμενη κατάσταση εντός της εκάστοτε αστυνομικής Υπηρεσίας, η οποία και σαφώς έχει άμεσο αντίκτυπο στο αστυνομικό προσωπικό της.
Η πιο εύκολη λύση, η οποία εξάλλου ακολουθήθηκε μέχρι σήμερα με άριστα επικοινωνιακά (και μόνο δυστυχώς) απ’ ό,τι φαίνεται αποτελέσματα, αποτέλεσε η μετάβαση στα γραφεία του εκάστοτε Διοικητή της κάθε αποδεκατισμένης σε υλικοτεχνική υποδομή, μέσα και προσωπικό αστυνομικής Υπηρεσίας, ενός επαρκούς αριθμού ΄διακαώς ενδιαφερομένων΄ συναδέλφων υπό την ιδιότητα των συνδικαλιστών / εκπροσώπων του ΄αδικημένου΄ προσωπικού και να ζητείται από αυτόν ΚΑΙ ΜΟΝΟ η συνολική ευθύνη για όλα τα καυτά ζητήματα και προβλήματα που εντοπίζονται εντός αυτής.
Και όλα τα παραπάνω, λες και αυτός ασκεί τη Διοίκηση αυθαίρετα, σαν να μην υπόκειται σε ιεραρχική υπαγωγή και έλεγχο, αλλά κυρίως, χωρίς να επιχειρείται μία ολιστική προσέγγιση του τρόπου λειτουργίας της εκάστοτε Υπηρεσίας μέσα στο ευρύτερο υπηρεσιακό και οργανωτικό πλαίσιο, λαμβάνοντας υπόψη ότι τις περισσότερες αυτές ο εκάστοτε Διοικητής βρίσκεται προ τετελεσμένων γεγονότων και καλείται να υλοποιήσει, έκτακτες τις περισσότερες φορές, Διαταγές και εντολές με ό,τι αυτό συνεπάγεται στην διατάραξη της εύρυθμης εσωτερικής λειτουργίας της Υπηρεσίας του και του προσωπικού του.
Από προσωπική πείρα εξάλλου, πρέπει να σημειωθεί ότι η πλειοψηφία των Διοικούντων Αξιωματικών ενδιαφέρεται πρωτίστως σε ένα ανθρώπινο, μη θεσμικό, επίπεδο για την επίτευξη και τη διατήρηση της ψυχοσωματικής ισορροπίας και την απόκτηση υψηλού βαθμού εσωτερικής ικανοποίησης εκ μέρους του προσωπικού που διοικούν γιατί, σύμφωνα εξάλλου και με τις βασικές αρχές της παρακίνησης από την Επιστήμη του Μάνατζμεντ, ένας ικανοποιημένος με την εργασία του υπάλληλος, είναι σίγουρο ότι αναπτύσσει ισχυρούς δεσμούς με αυτή, παρουσιάζει λιγότερες τάσεις φυγής (βλ. πρόωρη συνταξιοδότηση), ενώ παράλληλα έτσι, μειώνονται αισθητά και οι πιθανότητες για την εργασιακή εξουθένωση (burn out) του προσωπικού.
Συνεπώς, αυτονόητο πρέπει να θεωρηθεί ότι κανείς νοήμων και ασκών διοικητικά καθήκοντα, δε θα ΄έβγαζε από μόνος του τα μάτια του΄ επιθυμώντας, πολύ δε μάλλον, υλοποιώντας μία στρατηγική εργασιακής απαξίωσης του προσωπικού του, χωρίς να ενδιαφέρεται ουσιαστικά για την εξασφάλιση ασφαλούς και σταθερού εργασιακού περιβάλλοντος για το προσωπικό του.
Η λύση λοιπόν, για όλα τα προβλήματα που ανακύπτουν και άπτονται των εργασιακών συνθηκών και την τυχόν μη ικανοποίηση των δικαιωμάτων του αστυνομικού προσωπικού, πρέπει να αναζητηθεί στα πλαίσια του ευρύτερου υφιστάμενου στρατηγικού σχεδιασμού και της υπάρχουσας βούλησης, με βάση την οποία τόσο η Διοίκηση, όσο και το λοιπό αστυνομικό προσωπικό οποιασδήποτε αστυνομικής (μάχιμης κυρίως) Υπηρεσίας αντιμετωπίζονται όχι ως αναπόσπαστο κομμάτι μίας συνολικής διαδικασίας σχεδιασμού, υλοποίησης και προσφοράς επαρκών και αποτελεσματικών υπηρεσιών ασφάλειας και αστυνόμευσης προς τους πολίτες, αλλά μάλλον αντιμετωπίζονται ως ΄αναγκαίο κακό΄ ή ως ΄ο απόμακρος άλλος΄ που αναγκαστικά θα ΄βγάλει το φίδι από την τρύπα΄ και που είτε με τον ένα είτε με τον άλλο τρόπο, βάζοντας για μια ακόμα φορά να δουλέψει το φιλότιμό του, θα φέρει σε πέρας μία απαιτητική και επικίνδυνη πολλές φορές αποστολή.
Και όλα τα παραπάνω εντός μίας άκρως πιεστικής αστυνομικής καθημερινότητας, κατά την οποία ανακύπτουν (έξω-) υπηρεσιακές, τις περισσότερες φορές, ΄υπηρεσιακές ανάγκες΄, όταν η ήδη καταρτισθείσα και ανακοινωθείσα στο προσωπικό εβδομαδιαία υπηρεσία καθίσταται έγγραφο χωρίς ισχύ, καθώς ζητείται να αποτελέσει αντικείμενο περαιτέρω ΄επεξεργασίας΄ για να αντιμετωπιστούν έκτακτες ΄υπηρεσιακές ανάγκες΄ (ο ακριβής ορισμός των οποίων αποτελεί θέμα μίας πολύπλευρης και μελλοντικής ίσως προσέγγισης) και όταν εν τέλει η εκάστοτε αστυνομική Υπηρεσία καταντά να μην αποτελεί αυτοτελές και αυτοδιοικούμενο κομμάτι με εσωτερική δική της διοικητική υπαγωγή και οργάνωση και συνοχή, αλλά καθώς υπόκειται σε μη ορθολογικές τις περισσότερες φορές ΄υπηρεσιακές ανάγκες΄ τις οποίες επιτακτικά καλείται να ικανοποιήσει, να αδυνατεί να εκπληρώσει ακόμα και αυτά τα αυτονόητα εργασιακά δικαιώματα του αστυνομικού προσωπικού της.
Ο ισχυρισμός ή μάλλον η απορία του αγαπητού κατά τα άλλα συναδέλφου για το ΄..πόσο ηθικό είναι να ζητάς την ψήφο των συναδέλφων για να λύσεις τα προβλήματα που εσύ ο ίδιος τους δημιουργείς…΄, έχει πάρει ήδη την απάντησή του, καθώς αυτό-απορρίπτεται με την παράθεση των ως άνω εκτεθέντων επιχειρημάτων, αλλά και την περίτρανη διακήρυξη εκ νέου ότι κανείς νοήμων άνθρωπος (Αξιωματικός / ασκών Διοίκηση εν γένει) δεν επιθυμεί τη δημιουργία προβλημάτων εντός του στενού εργασιακού του περιβάλλοντος, η πλειοψηφία των οποίων προβλημάτων, όπως εξάλλου αναφέρθηκε, πρέπει να αναζητά την αιτία της σε παράγοντες τρίτους, έξω – υπηρεσιακούς, οι οποίοι και λειτουργούν ανεξάρτητα (και πολλές φορές πιεστικά) από τη δεδομένη καλοπροαίρετη βούληση του εκάστοτε Διοικούντος να εκπληρώσει τις απορρέουσες εκ του Νόμου εργασιακές του υποχρεώσεις προς το προσωπικό του (ημερήσια ανάπαυση, χρόνος εργασίας, ανακοίνωση υπηρεσίας εγκαίρως κτλ) και επηρεάζουν σαφώς την ψυχοσύνθεση ενός εκάστου εκ της δυνάμεώς του, αλλά και ενεργούν δυσμενώς στην ποιότητα του παραγόμενου αστυνομικού έργου.
Σε αυτό το σημείο όμως, πρέπει να αναφερθεί ότι η σχετική ανάρτηση μας βρίσκει σύμφωνους στο παρακάτω σημείο : ΄…Την μόνη ενότητα που μπορεί να αντιληφθεί κανένας σε αυτήν την συνένωση είναι αυτή μεταξύ Αστυφυλάκων και Αξιωματικών(και για να μην παρεξηγηθώ δεν εννοώ συναδέλφους που με τα χρόνια έφτασαν στον βαθμό του Υπαστυνόμου)…΄.
Κατ’ αρχήν δε θα πραγματοποιηθεί κανένας σχολιασμός για τον άστοχο, κατά την άποψή μας, διαχωρισμό που επιχειρείται ανάμεσα σε Αξιωματικούς που έχουν ΄με τα χρόνια΄ αποκτήσει το βαθμό του Υπαστυνόμου και τους λοιπούς Αξιωματικούς.
Ένας τέτοιος διαχωρισμός από μόνος του είναι επικίνδυνος, ενώ μπορεί εύκολα να αποτελέσει και αιτία περαιτέρω πόλωσης και καλό είναι να αποφεύγεται να χρησιμοποιείται ως επιχείρημα στα πλαίσια μίας υγιούς συνδικαλιστικής αντιπαράθεσης.
Αφήνουμε λοιπόν όλους τους συναδέλφους, οι οποίοι και θα διαβάσουν το συγκεκριμένο άρθρο με την ως άνω εντός παρενθέσεων επισήμανση, να εξάγουν τα δικά τους προσωπικά τους συμπεράσματα και πορίσματα, για το εάν ή όχι μία τέτοια επισήμανση (με τον διαιρετικό χαρακτήρα που αυτή δύναται να επιφέρει) θα έπρεπε να συμπεριληφθεί σε ένα τέτοιο άρθρο, μεσούσης μάλιστα της προεκλογικής περιόδου για την ανάδειξη του νέου Δ.Σ. της ΠΟΑΣΥ στην πόλη μας.
Πραγματικά η πρωτοβουλία ορισμένων Αξιωματικών της Θεσσαλονίκης να συμμετάσχουν ως υποψήφιοι στο Ενωτικό ψηφοδέλτιο για τις επερχόμενες εκλογές, απορρέει αποκλειστικά και μόνο από την βασική επιδίωξη αυτών να τονίσουν με αυτό τον τρόπο την ενότητα μεταξύ του αστυνομικού προσωπικού, ανεξαρτήτως βαθμού και ανεξαρτήτως διοικητικής υπαγωγής.
Εξάλλου, ως μάχιμοι Αστυνομικοί είμαστε πεπεισμένοι ότι αυτά που μας ενώνουν είναι περισσότερα από αυτά που μας χωρίζουν.
Είναι τραγική σε κάθε περίπτωση βέβαια, η διαπίστωση ότι ορισμένοι επιθυμούν ακόμα την κατηγοριοποίηση και την τοποθέτηση στεγανών ανάμεσα στο αστυνομικό προσωπικό.
Σαφώς και με βάση τους κανονισμούς του Σώματος υφίσταται η ιεραρχία, η οποία και οφείλεται να γίνεται αποδεκτή σαν θεσμός σεβάσμιος και πανάρχαιος, αλλά και ως θέσπισμα που απορρέει άμεσα από τη φύση του Σώματος ως ΄ιδιαίτερο ένοπλο Σώμα με στρατιωτική ιεραρχία και πειθαρχία΄ (Νόμος 1481/1984).
Αυτό βέβαια, δεν πρέπει να αποτελέσει αιτία για να παραγνωρίζεται ένας πολύ σημαντικός παράγοντας, τον οποίο όλες οι σύγχρονες σχολές του Μάνατζμεντ τοποθετούν στην κορυφή της εργασιακής πυραμίδας κάθε οργανισμού, δημόσιου ή ιδιωτικού, αυτόν του ανθρώπινου δυναμικού (Human Resources).
Σε αυτό ακριβώς το σημείο, με βάση την προσέγγιση της εκάστοτε αστυνομικής Υπηρεσίας ως αυτοτελούς οργανισμού (τηρουμένων των αναλογιών και με βάση την εσωτερική συνολική διάρθρωση του Σώματος) με ιδιαίτερο προς εκτέλεση έργο και με επιτακτική την ανάγκη συλλογικής δράσης και κινητοποίησης των εμπλεκόμενων μελών του (Αξιωματικών, πολιτικών υπαλλήλων, υπόλοιπου αστυνομικού προσωπικού), καθίσταται αναγκαία η απόρριψη της κακόβουλης και από δόλο, τις περισσότερες φορές, πρόθεσης για στεγανοποίηση του προσωπικού που οδηγεί σε έναν ξηρό διαχωρισμό ανάμεσα σε Αξιωματικούς και ΄κατωτέρους΄.
Αντίθετα, προβάλει άμεσα η υιοθέτηση από όλους ενός υγιούς εργασιακού προτύπου, όπου οι εκάστοτε εμπλεκόμενοι φέρουν διακριτούς ρόλους και αρμοδιότητες συνεισφέρουν αρμονικά για την επίτευξη του επιδιωκόμενο σκοπού, καταθέτουν την προσωπική τους εμπειρία ώστε μέσα από τον αμοιβαίο σεβασμό και την διαφορετικότητα των κατατιθεμένων απόψεων να επιτυγχάνεται η βελτιστοποίηση του παραγόμενου αστυνομικού έργου και να διασφαλίζεται η ικανοποίηση των εργασιακών δικαιωμάτων όλου του προσωπικού.
Συνεπώς, εμφορούμενοι από τις παραπάνω αρχές όλοι εμείς οι από το βαθμό του Ανθυπαστυνόμου και πάνω βαθμοφόροι της Ελληνικής Αστυνομίας, έχοντας ως βασικό γνώμονα και κριτήριο για τις πράξεις μας τον ανθρώπινο παράγοντα και την αναγκαιότητα καθημερινής συνεργασίας με τους συναδέλφους μας, ανεξαρτήτως βαθμού και θέσης, αποφασίσαμε να συμμετάσχουμε ως υποψήφιοι στη συγκεκριμένη εκλογική διαδικασία, ούτως ώστε να αποδείξουμε ότι όλοι μαζί μπορούμε να βελτιώσουμε τις καθημερινές μας εργασιακές συνθήκες, να διορθώσουμε τα τυχόν κακώς κείμενα, από όπου και αν προέρχονται και μέσα από διαδικασίες δημοκρατικού διαλόγου και αμοιβαίας κατανόησης, να διεκδικήσουμε ένα καλύτερο μέλλον για το προσωπικό της Ελληνικής Αστυνομίας.
Πρέπει όμως, να απαντήσουμε και σε μία ακόμη ερώτηση που ο αγαπητός συνάδελφος θέτει με έμφαση. ΄…Αναλογιστείτε (γράφει) απλά εσείς με την διοίκηση έχετε τις ίδιες επιδιώξεις και τα ίδια προβλήματα ? Πως λοιπόν να κατέβω εγώ σε ενιαίο ψηφοδέλτιο με τον διοικητή μου? Όταν έρθει η ώρα της καταστρατήγησης ωραρίου σε ποιον θα κάνω αναφορά? Σε αυτόν που ήμασταν στο ίδιο ψηφοδέλτιο?…΄.
Η απάντηση στα ανωτέρω έρχεται απλά και αβίαστα. Ναι! Οι επιδιώξεις, τα οράματα και οι στόχοι μας δε φέρουν βαθμό και είναι κοινές για όλους μας. Τα προβλήματα που μας μαστίζουν καθημερινά αφορούν όλο το αστυνομικό προσωπικό και συνεπώς οι λύσεις που πρέπει να δοθούν πρέπει να είναι απόρροια συλλογικών δράσεων και πρωτοβουλιών, μέσα από την κατάθεση των προτάσεων όλων των εμπλεκόμενων μερών, ανεξαρτήτως βαθμών και θέσεων, ούτως ώστε και οι λύσεις που θα ακολουθήσουν να ικανοποιούν όλα τα εμπλεκόμενα μέλη.
Εξάλλου, οι στοιχειώδεις αρχές κοινωνικής συμβίωσης υπαγορεύουν, κατά τη διαδικασία επίλυσης οποιασδήποτε διαφοράς, την υιοθέτηση σε ένα αρχικό στάδιο μίας επικοινωνιακής και διαλογικής διευθέτησης των ζητημάτων που ανακύπτουν στα πλαίσια λειτουργίας της εκάστοτε αστυνομικής Υπηρεσίας και την οποία ο ενδιαφερόμενος (θιγόμενος εν προκειμένω) οφείλει να ξεκινήσει πραγματοποιώντας μια σχετική προσέγγιση με τον εκάστοτε Διοικούντα, εκθέτοντας τα πραγματικά περιστατικά και ζητήματα, προτού απαιτηθεί τυχόν κλιμάκωση της δράσης του, εφόσον διαπιστωθεί ότι η επίλυση του προβλήματος είναι δυσχερής.
Είναι αδιανόητο ορισμένοι να πιστεύουν ότι ο εκάστοτε ασκών τη Διοίκηση ενώ έχει τη διακριτική ευχέρεια και τη δυνατότητα να ικανοποιήσει το αίτημα του συναδέλφου, δεν πραγματοποιεί αυτό για ιδιοτελή ή άλλα μη δικαιολογημένα κίνητρα.
Η εμπειρία έχει δείξει εξάλλου, ότι σε κάθε περίπτωση είναι βέβαιο ότι θα υπάρξει εκ μέρους του αρμοδίου οργάνου η εξάντληση όλων των διαθέσιμων μέσων και δυνατοτήτων για την ικανοποίηση του σχετικού αιτήματος, λαμβανομένων υπόψη βέβαια, σε κάθε περίπτωση των υφιστάμενων ελλείψεων σε προσωπικό και δεδομένων των περιορισμένων, κατά κανόνα, δυνατοτήτων ευελιξίας και αναπροσαρμογής (την τελευταία συνήθως στιγμή) των υπηρεσιακών προγραμμάτων και στόχων από την πλευρά της Διοίκησης.
Εν κατακλείδι, στο σημείο αυτό επαναλαμβάνουμε την αναγκαιότητα για άμεση απαγκίστρωση από απαρχαιωμένες και λαϊκιστικές τακτικές που επιθυμούν τη ύπαρξη στεγανών και διαχωριστικών ανάμεσα στο αστυνομικό προσωπικό γραμμών, καταδικάζουμε απερίφραστα τη μακιαβελική τακτική του ΄διαίρει και βασίλευε΄, ως έκφραση άσκησης ενός απάνθρωπου και αυταρχικού μοντέλου διοίκησης, υπερασπίζουμε την υιοθέτηση και ενίσχυση άμεσων και δυναμικών δίαυλων επικοινωνίας για την ανταλλαγή απόψεων και την επίλυση ζητημάτων σε όλα τα επίπεδα που αυτά ανακύπτουν και εγγυόμαστε, ανεξαρτήτως εκλογικού αποτελέσματος, την εφαρμογή ανθρωπιστικών μοντέλων Διοίκησης και Συντονισμού με κύριο γνώμονα και κέντρο τον Αστυνομικό ως ανθρώπινη προσωπικότητα, χωρίς να διακυβεύεται στο ελάχιστο, αλλά ούτε και να αλλοιώνεται η ποιότητα, η αμεσότητα εφαρμογής και η συνέχεια του παραγόμενου αστυνομικού έργου.-
Καλή Ανάσταση και καλό ΠΑΣΧΑ σε όλους!
ΕΝΩΤΙΚΟ ΨΗΦΟΔΕΛΤΙΟ
Σ.Κ.Α.Υ. Θεσσαλονίκης
Δύναμη Αναγέννησης
ΑΣΠΙΔΑ Αστυνομικών για την κοινωνική δικαιοσύνη
skaythess.gr ΣΚΑΥ | «δίπλα στον συνάδελφο»