Η Σ.Κ.Α.Υ. συνεχίζοντας την έγκαιρη και έγκυρη ενημέρωση των ενδιαφερομένων και την δεύτερη ημέρα των εξετάσεων, σας κάνει γνωστά τα θέματα στα οποία κλήθηκαν να διαγωνισθούν οι υποψήφιοι για τις ογδόντα (80) θέσεις του ΤΕΜΑ έτους 2014-2015 και σας πληροφορεί παράλληλα ότι από τους τριακόσιους είκοσι πέντε (325) υποψηφίους της πρώτης ημέρας των εξετάσεων, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες δεν παρουσιάστηκαν περίπου τριάντα (30) πανελλαδικά. Δηλαδή η αναλογία θα είναι τριακόσιοι (300) υποψήφιοι για ογδόντα (80) θέσεις.
Στο πρώτο μάθημα της Ποινικής Δικονομίας το θέμα ήταν το εξής:
Θεωρητικό:
1) άρθρο 180, Αυτοψία, Πότε και πως ενεργείται
1. Αυτοψία µπορεί να γίνει σε όλα τα στάδια της διαδικασίας σε τόπους, πράγµατα ή ανθρώπους, για να βεβαιωθούν η τέλεση και οι περιστάσεις του εγκλήµατος.
2. Αν το έγκληµα δεν άφησε ίχνη ή άλλες υλικές εκδηλώσεις ή αν αυτές εξαλείφθηκαν ή αλλοιώθηκαν, εκείνος που ενεργεί την αυτοψία περιγράφει την παρούσα κατάσταση των πραγµάτων, ελέγχοντας συνάµα κατά το δυνατό και την προηγούµενη.
3. Για την αυτοψία συντάσσεται έκθεση (άρθρ. 148 κ.ε.).
2) άρθρο 221, Εξέταση χωρίς όρκο
Χωρίς όρκο εξετάζονται στην ανάκριση και στην κύρια διαδικασία όσοι:
α) κατά την κρίση εκείνου που διενεργεί την ανάκριση ή του δικαστηρίου δεν συµπλήρωσαν το δέκατο όγδοο έτος της ηλικίας τους.»,
β) έχουν προφανώς εξασθενηµένη τη διάνοια,
γ) στερήθηκαν το πολιτικά τους δικαιώµατα εξαιτίας καταδίκης,
δ) επιδιώκουν ως πολιτικώς ενάγοντες στο ποινικό δικαστήριο απαιτήσεις για αποζηµίωση, καθώς και οι αστικώς υπεύθυνοι σύµφωνα µε τα άρθρο 89 κ.ε.
ε) δικαιούνται χρηµατική αµοιβή για την καταµήνυση.
Πρακτικό:
Όπως σας είχαμε υποσχεθεί ακολουθεί παρακάτω το θέμα με τη μορφή που δόθηκε στους διαγωνιζόμενους και η τεκμηριωμένη απάντηση του από τον έγκριτο νομικό και καθηγητή της Αστυνομικής Ακαδημίας, κ. Νικόλαο ΔΕΡΜΕΝΟΥΔΗ.
Ο Α, χωρίς να αντιληφθεί την παρουσία του Β ιδιοκτήτη του SUPERMARKET «ΠΑΝΕΜΠΟΡΙΚΗ» που βρίσκεται στους Αμπελόκηπους, καθώς και τηνπαρουσία του Υπαστυνόμου Χ που βρίσκεται εντός του καταστήματος, αφαιρείαπό το κατάστημα δύο (2) μπουκάλια ουίσκι και τα τοποθετεί εντός τωνθυλακίων, εσωτερικά του μπουφάν του. Ο ιδιοκτήτης του SUPER MARKETαντιλαμβανόμενος την πράξη, απευθύνεται στον Υπαστυνόμο Χ και ζητείπροφορικά τη σύλληψη του Α, προκειμένου να εφαρμοστούν τα νόμιμα. ΟΥπαστυνόμος Χ πράγματι συλλαμβάνει τον Α και τον οδηγεί στο ΑστυνομικόΤμήμα Αμπελοκήπων παρά τις έντονες διαμαρτυρίες του δράστη, ότι δεν έχειδικαίωμα να τον συλλάβει γιατί δεν του επέδειξε ένταλμα σύλληψης. Στησυνέχεια ο Υπαστυνόμος, ενεργώντας στα πλαίσια της έκτακτης αστυνομικήςαυτεπάγγελτης προανάκρισης (αρ. 243 § 2 ΚΠΔ), σχηματίζει ποινικήδικογραφία εξετάζοντας γραπτώς και τον ιδιοκτήτη του SUPER MARKET καιστη συνέχεια, μετά παρέλευση δύο (2) ολόκληρων ημερών από το συμβάν,προσάγει τον Α στον εισαγγελέα πλημμελειοδικών Αθηνών, προσκομίζονταςκαι τη σχηματισθείσα δικογραφία.
Ερωτάται:α) Είναι νόμιμη η σύλληψη του Α δράστη χωρίς ένταλμα σύλληψης καιμόνο με την προφορική έγκληση του ιδιοκτήτη του SUPER MARKET;
β) Είναι νόμιμη η προσαγωγή του Α δράστη στον Εισαγγελέαπλημμελειοδικών Αθηνών;
Αιτιολογήστε τις απατήσεις σας.
Απόκριση:
Ως προς το ερώτημα (α)
Σύμφωνα με το άρθρο 275 § 1 ΚΠΔ, οι ανακριτικοί υπάλληλοι του αρ. 33και 34 ΚΠΔ, αλλά και κάθε αστυνομικό όργανο, έχουν νομική υποχρέωση να συλλάβουν τον δράστη αυτοφώρου κακουργήματος ή πλημμελήματος. Η υποχρέωση υφίσταται ανεξάρτητα από το αν βρίσκονται ή όχι σε υπηρεσία. Η σύλληψη του δράστη αυτόφωρου εγκλήματος αποτελεί νομική υποχρέωση του ανακριτικού υπαλλήλου και κάθε αστυνομικού υπαλλήλου και δεν απαιτείται για να πραγματοποιηθεί οποιαδήποτε άδεια ή έγκριση, ούτε ακόμη και του εισαγγελέα.
Επίσης, σύμφωνα με το άρθρο 275 § 2 ΚΠΔ, στα εγκλήματα που διώκονται με έγκληση, δεν επιτρέπεται η σύλληψη, εκτός αν προηγουμένως υποβληθεί η έγκληση έστω και προφορικά σε εκείνον που έχει δικαίωμα να συλλάβει τον δράστη (Υπαστυνόμου Χ). Για τη σύλληψη αρκεί η προφορική δήλωση του δικαιούχου της έγκλησης (Β) η οποία έχει ως περιεχόμενο την καταγγελία αξιόποινης πράξης και την επιθυμία ποινικής δίωξης του δράστη (αρ. 418 § 3ΚΠΔ).
Η δήλωση έγκλησης έχει υποβληθεί πριν από τη σύλληψη του Α και δενμπορεί να υποβληθεί εκ των υστέρων. Αν η δήλωση έγκλησης δεν γίνει πριν από τη σύλληψη, η σύλληψη είναι παράνομη. Για να είναι νόμιμη η σύλληψη πρέπει να υπάρχει δήλωση σαφής και ανεπιφύλακτη, χωρίς όρους ή αιρέσεις ή ενδοιασμούς ή επιφυλάξεις ως προς την επιθυμία του δικαιούχου της έγκλησης να καταγγείλει τη σε βάρος του αξιόποινη πράξη και να συλληφθεί και να διωχθεί ποινικά ο δράστης. Δεν αρκεί οποιαδήποτε εκδήλωση από την οποία είναι δυνατόν να συναχθεί ότι ο δικαιούχος της έγκλησης, ενδεχομένως, επιθυμεί την καταγγελία και τη νόμιμη δίωξη, της σε βάρος του αξιόποινης πράξης. Ο νόμος, στα κατ’ έγκληση διωκόμενα εγκλήματα, εξαρτά πλήρως τη σύλληψη από τη βούληση του δικαιούχου της έγκλησης. Αλλιώς η σύλληψη απαγορεύεται. Η δήλωση έγκλησης έχει υποβληθεί έστω και προφορικά από τον δικαιούχο Β στον Υπαστυνόμο Χ που έχει δικαίωμα να τον συλλάβει. Η προφορική αυτή δήλωση έγκλησης πρέπει να υποβληθεί στον δυνάμενο να συλλάβει τον δράστη κατά το αρ. 275 § 1 ΚΠΔ από τον δικαιούχο εγκλήσεως που είναι παρών στην επ’ αυτοφώρω τέλεση του εγκλήματος.
Ο Α διέπραξε το αδίκημα του αρ. 377 ΠΚ – κλοπή ευτελούς αξίας, αδίκημα που διώκεται με έγκληση σε βαθμό πλημμελήματος. Το αδίκημα είναι αυτόφωρο (γνήσιο αυτόφωρο), εν τω πράττεσθαι, διότι γίνεται αντιληπτό από τον παθόντα Β και από τρίτον, Υπαστυνόμο Χ, και συλλαμβάνεται άμεσα (αρ.242 § 1 ΚΠΔ).
Η δήλωση έγκλησης αποτελεί λόγο της σύλληψης και πρέπει οπωσδήποτενα αναγράφεται στην έκθεση σύλληψης, αλλιώς η σύλληψη είναι παράνομη και άκυρη ως ποινικοδικονομική διαδικαστική πράξη. Εάν ο δικαιούχος τηςέγκλησης (Β) δεν ήταν παρών, έπρεπε να υποβάλλει την έγκληση κατά το αρ.42, 46 ΚΠΔ εντός των ορίων του αυτοφώρου.
Συνεπώς, με βάση τα προαναφερθέντα, η σύλληψη του Α καθίσταται σύννομη (νόμιμη) διότι ευθυγραμμίζεται πλήρως με ισχύουσες διατάξεις του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου και του Συντάγματος (αρ. 242 § 1, 275 § 1,2, 418§ 3 ΚΠΔ και 6 § 1,2 Σ).
Ως προς το ερώτημα (β)
Σύμφωνα με το αρ. 279 § 1 ΚΠΔ, «ο συλλαμβανόμενος επ’ αυτοφώρω ή μεένταλμα, οδηγείται χωρίς αναβολή στον αρμόδιο εισαγγελέα, το αργότερο μέσα σε 24 ώρες από τη σύλληψή του και αν η σύλληψή του έγινε έξω από την έδρα του, στον απολύτως αναγκαίο χρόνο για τη μεταφορά του».
Η ταχεία προσαγωγή στον αρμόδιο εισαγγελέα είναι αναγκαία, αφενός για να ελεγχθεί χωρίς χρονοτριβή η νομιμότητα της σύλληψης από αρμόδιο δικαστικό όργανο και επιπλέον να μη παρατείνεται από τις ανακριτικές αρχές η κράτηση του συλλαμβανόμενου πέραν του σκοπού για τον οποίο έγινε η αυτόφωρη σύλληψη. Αρμόδιος εισαγγελέας για την προσαγωγή του επ’ αυτοφώρω συλληφθέντος είναι κατά κανόνα εκείνος στη δικαστική περιφέρεια του οποίου διαπράχθηκε το αδίκημα και έλαβε χώρα η σύλληψη (εισαγγελέαςπλημμελειοδικών Αθηνών). Σε καμία απολύτως περίπτωση η προσαγωγή στον εισαγγελέα δεν είναι δυνατόν να υπερβεί το ανώτατο όριο των 24 ωρών που είναι το ανώτατο όριο του Συντάγματος και του Κώδικα Ποινικής Δικονομίας.Εάν η προσαγωγή δεν έχει γίνει μέχρι το ανώτατο όριο των 24 ωρών, ή γίνει πέραν του ανωτάτου συνταγματικού ορίου των 24 ωρών, έστω και ένα δευτερόλεπτο μετά, ο συλληφθείς πρέπει να αφεθεί άμεσα ελεύθερος από τον εισαγγελέα αυτεπαγγέλτως ή μετά από προσφυγή του συλληφθέντος που είναι ήδη κατηγορούμενος με και από τη σύλληψή του.
Η σύλληψη του Α έγινε εντός της έδρας του αρμοδίου εισαγγελέα, οπότε ο Υπαστυνόμος Χ είχε υποχρέωση να τον προσαγάγει μέσα σε 24 ώρες. Η προσαγωγή του Α μετά από δύο (2) ημέρες είναι παράνομη, το δε αδίκημα που στοιχειοθετείται είναι κατακράτηση παρά το Σύνταγμα (αρ. 326 ΠΚ).Επιπλέον όμως, γεννάται αστική ευθύνη για πλήρη αποζημίωση του συλληφθέντος (Α) για κάθε θετική ζημία και διαφυγόν κέρδος του καθώς καιχρηματική ικανοποίησή του για ηθική βλάβη.
Επομένως, με βάση τα όσα αναλυτικά αναφέρθηκαν, προκύπτει το συμπέρασμα ότι η προσαγωγή του Α στον αρμόδιο εισαγγελέα μετά δύο (2)ημέρες από τη σύλληψη είναι μη σύννομη (παράνομη) διότι έρχεται σε ευθεία αντίθεση με ισχύουσες διατάξεις του Ποινικού Δικονομικού Δικαίου και τουΣυντάγματος (αρ. 279 § 1, 418 § 1,3 ΚΠΔ και 6 § 1,2 Σ).
(Το παρόν πρακτικό βρίσκεται σε πλήρη ανάλυση, ΑΥΤΟΥΣΙΟ, στο βιβλίο«200 ΠΡΑΚΤΙΚΑ ΘΕΜΑΤΑ ΠΟΙΝΙΚΗΣ ΔΙΚΟΝΟΜΙΑΣ ΣΤΟ ΣΤΑΔΙΟ ΤΗΣΠΡΟΔΙΚΑΣΙΑΣ» υπ’ αριθμ. 120, Νικολάου Αθ. Δερμενούδη)
Οποιαδήποτε πληροφορία στα τηλ.
Γραφείο: 25410 77560 – Fax: 25410 67205,
κιν.: 6979847227, e-mail:xartikaipontiki@gmail.com
Στο δεύτερο μάθημα, Αστυνομικό Δίκαιο, τα θέματα ήταν τα εξής:
1) Π.Δ. 120/2008, “Πειθαρχικό Δίκαιο Αστυνομικού Προσωπικού”
άρθρο 5, Πειθαρχικές Ποινές
1. Οι πειθαρχικές ποινές, που επιβάλλονται στους Αστυνοµικούς και καταχωρίζονται στα ατοµικά τους έγγραφα, είναι:
α) Απόταξη.
β) Αργία µε απόλυση διάρκειας δύο (2) έως έξι (6) µήνες
γ) Αργία µε πρόσκαιρη παύση διάρκειας δεκαπέντε (15) ηµερών έως τεσσάρων (4) µηνών.
δ) Πρόστιµο µέχρι τρεις µηνιαίους βασικούς µηνιαίους µισθούς του τιµωρουµένου.
ε) Επίπληξη.
2. Η απόταξη και οι αργίες είναι ανώτερες το δε πρόστιµο και η επίπληξη κατώτερες πειθαρχικές ποινές.
3. Οι πειθαρχικές ποινές επιβάλλονται ανεξάρτητα από την υπηρεσιακή κατάσταση στην οποία τελεί ο υπαίτιος, µε την επιφύλαξη των διατάξεων της επόµενης παραγράφου.
4. Οι ανώτερες πειθαρχικές ποινές δεν επιβάλλονται στον ιερέα του Σώµατος και στους εφέδρους που ανακαλούνται στην ενέργεια. Σε περίπτωση διάπραξης απ’ αυτούς πειθαρχικού παραπτώµατος που επισύρει τις προαναφερόµενες ποινές, αυτοί απολύονται του Σώµατος οι δε έφεδροι διαγράφονται από τα στελέχη της εφεδρείας µε απόφαση του αρµοδίου Πειθαρχικού Συµβουλίου, στο οποίο παραπέµπονται µε το ερώτηµα της παραµονής ή της απόλυσής τους. Αν το συµβούλιο αποφανθεί υπέρ της παραµονής τους, µπορεί να επιβάλλει σ’ αυτούς κατώτερη πειθαρχική ποινή.
2) Π.Δ. 141/1991, “Αρμοδιότητες Οργάνων και υπηρεσιακές ενέργειες προσωπικού ΥΔΤ”
άρθρο 39, Επιθεώρηση Προσωπικού
1. Με την επιθεώρηση, ο επιθεωρών βεβαιώνεται για την εµφάνιση, την παράσταση, το κανονικό της στολής, το κανονικό της εκπαίδευσης και το βαθµό της επαγγελµατικής κατάρτισης του προσωπικού και ενηµερώνεται για την υγιεινή κατάσταση αυτού.
Επίσης βεβαιώνεται για τον κανονικό εφοδιασµό και την καλή συντήρηση του οπλισµού και των ατοµικών εφοδίων, καθώς και για την κανονική τήρηση των αστυνοµικών σηµειωµατάριων.
2. Μετά την επιθεώρηση του προσωπικού, ο επιθεωρών κάνει διδασκαλία σε γενικότερα θέµατα, όπως είναι η πειθαρχία, οι σχέσεις µεταξύ του προσωπικού, η συµπεριφορά προς τους πολίτες, η εµφάνιση κ.λ.π. και δέχεται τυχόν προτάσεις του προσωπικού που έχουν σχέση µε την Υπηρεσία.
2. Η ηθική αµοιβή απονέµεται µε µέτρο και στους πραγµατικά άξιους για την τιµητική αυτή διάκριση.
Η Σ.Κ.Α.Υ. εύχεται ολόψυχα καλά αποτελέσματα σε όσους συμμετείχαν στις εξετάσεις και καλή συνέχεια σε όσους θα διαγωνισθούν αύριο στις ξένες γλώσσες.
Σ.Κ.Α.Υ. Θεσσαλονίκης
«πρώτα ο συνάδελφος»
skaythess.gr ΣΚΑΥ | «δίπλα στον συνάδελφο»