Αρχική / Slider / Στιγμιαίο και Διαρκές Έγκλημα – Εννοιολογικός προσδιορισμός και πρακτική σημασία της διάκρισης

Στιγμιαίο και Διαρκές Έγκλημα – Εννοιολογικός προσδιορισμός και πρακτική σημασία της διάκρισης

ΕΝΝΟΙΟΛΟΓΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΣΤΙΓΜΙΑΙΟΥ – ΔΙΑΡΚΟΥΣ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ – ΠΡΑΚΤΙΚΗ ΣΗΜΑΣΙΑ ΤΗΣ ΔΙΑΚΡΙΣΗΣ

 

  1. Έννοια στιγμιαίου εγκλήματος

 

Στιγμιαίο είναι το έγκλημα όταν μετά την στοιχειοθέτηση της αντικειμενικής του υπόστασης, δηλαδή μετά την τελείωσή του, είτε ουδεμία παράνομη κατάσταση δημιουργείται, είτε δημιουργείται μεν, πλήν όμως η διατήρησή της δεν πληροί την αυτή αντικειμενική υπόσταση με την παραγωγή της.

Η χρονική στιγμή της τυπικής (σύμφωνα με την αντικειμενική υπόσταση) περάτωσής του είναι μοναδική και δεν μπορεί να παραταθεί κατά την βούληση του δράστη. Η τέλεση του εγκλήματος (στιγμιαίου) ολοκληρώνεται σχεδόν ακαριαία, με την «εφ’ απαξ» δηλαδή προσβολή του εννόμου αγαθού. Αρκεί για την τέλεση του στιγμιαίου εγκλήματος η παραγωγή ορισμένης κατάστασης, διότι στην αντικειμενική του υπόσταση περιλαμβάνεται μόνο η παραγωγή και όχι και η διατήρησή της. Το άδικο το οποίο περιγράφεται στην αντικειμενική υπόσταση του στιγμιαίου εγκλήματος εξαντλείται στην πρόκληση της παράνομης κατάστασης και δεν νοείται συντήρησή του εκ μέρους του δράστη. Το αποτέλεσμα επέρχεται στο στιγμιαίο έγκλημα μόλις περατωθεί η ενέργεια του δράστη.

Αν ο δράστης με σκοπό να τραυματίσει μόνο, πυροβολήσει το θύμα και το αποτέλεσμα που επήλθε ήταν να το τραυματίσει (βαριά σωματική βλάβη – αρ. 310 ΠΚ) η οικεία ειδική υπόσταση του εγκλήματος της σωματικής βλάβης έχει πραγματωθεί και το έγκλημα είναι τελειωμένο και περατωμένο, χωρίς να ασκεί κάποια επιρροή το γεγονός ότι οι συνέπειες της πράξης αυτής εξακολουθούν να υφίστανται σε ένα βάθος χρόνου (το θύμα αισθάνεται πόνους για μεγάλο χρονικό διάστημα, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι η σωματική βλάβη διαρκεί μέχρι να επουλωθεί η πληγή) – κλασική περίπτωση στιγμιαίου εγκλήματος.

 

  1. Έννοια διαρκούς εγκλήματος

Διαρκές έγκλημα είναι εκείνο, επί του οποίου η προσβολή του εννόμου αγαθού περατείνεται, σε όσο χρόνο εξακολουθεί η κατάσταση που δημιουργήθηκε από την ενέργεια του δράστη. Η διατήρηση της παράνομης κατάστασης που προκλήθηκε από την τέλεση του διαρκούς εγκλήματος πληροί την αυτή αντικειμενική υπόσταση με την παραγωγή του. Επομένως η αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος αυτού δεν περιλαμβάνει μόνο την παραγωγή αλλά και τη διατήρηση της παράνομης κατάστασης, που προσβάλλει το έννομο αγαθό. Η τέλεση της άδικης πράξης διαρκεί για όσο χρόνο υφίσταται η κατάσταση που προκάλεσε ο δράστης και την οποία αυτός συντηρεί ηθελημένα. Η δημιουργηθείσα παράνομη κατάσταση στο διαρκές έγκλημα από την δράση του υπαιτίου εξακολουθεί να διαρκεί με την αδιάκοπη επέμβαση της βούλησης του δράστη.

Το διαρκές έγκλημα θεωρείται τετελεσμένο με την πρόκληση της άδικης κατάστασης, τελειούται όμως μετά τη λήξη της δημιουργηθείσας άδικης κατάστασης από τον δράστη αυτού.

Η πραγμάτωση της αντικειμενικής υπόστασης του διαρκούς εγκλήματος συνεχίζεται καθ’ όλον τον χρόνο από της έναρξης αυτού, μέχρι τον χρόνο κατά τον οποίο ο δράστης με μεταγενέστερη ενέργεια είτε τρίτος παύσει την κατάσταση αυτή.

Η τέλεση του διαρκούς εγκλήματος είναι δυνατόν να παραταθεί από τον υπαίτιο για κάποιο χρόνο συνεχή σε κάθε στιγμή, οπότε η προσβολή του εννόμου αγαθού παρατείνεται εφόσον χρόνο εξακολουθεί και η δημιουργηθείσα κατάσταση με την ενέργεια του υπαιτίου (η παράταση συνιστά προσβολή ισάξια προς την παραγωγή).

Για να χαρακτηρισθεί μια αξιόποινη πράξη ως διαρκές έγκλημα πρέπει όχι μόνο η αρχική τέλεσή της να στοιχειοθετεί την κατά νόμο αντικειμενική του υπόσταση, αλλά και η παραπέρα από τον δράστη διατήρησή της να μην αποτελεί μόνο συνέπεια, αλλά συνέχεια αυτής, δηλαδή να στοιχειοθετεί και αυτή την αντικειμενική υπόσταση του ιδίου εγκλήματος.

Το διαρκές έγκλημα θεωρείται τελούμενο, όσο χρόνο διατηρείται με την βούληση του δράστη η προκληθείσα απ’ αυτόν παράνομη κατάσταση συνεπεία του εγκληματικού αποτελέσματος, έτσι ώστε το έγκλημα να ανανεώνεται συνεχώς και αδιαλείπτως, δηλαδή να διαρκεί όσο χρόνο διαρκεί και η διατηρούμενη παράνομη κατάστση από την εγκληματική βούληση του δράστη. Στο διαρκές έγκλημα ο δράστης έχει την δυνατότητα με ενέργειά του να άρει την προκληθείσα απ’ αυτόν κατάσταση.

Το διαρκές ή συνεχές έγκλημα προϋποθέτει ότι η αυτή πράξη τελείται από τον ίδιο τον δράστη κατά του ιδίου παθόντος, η δε δράση είναι συνυφασμένη άρρηκτα προς το αποτέλεσμα, ούτως ώστε η διάρκεια δεν αναφέρεται μόνο στο αποτέλεσμα αλλά και στη δράση. Πάντως η δημιουργηθείσα κατάσταση πρέπει να υφίσταται και να διαρκεί με την θέληση του δράστη. Η εγκληματική ενέργεια δεν παρουσιάζει ουδεμία διακοπή και ανανέωση, αλλά βρίσκεται πάντοτε στον δρόμο της εκτέλεσης.

 

  1. Το κριτήριο της διάκρισης στιγμιαίου – διαρκούς εγκλήματος

 

Η διάκριση προϋποθέτει τετελεσμένο έγκλημα δηλαδή τυπική πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης, όπως περιγράφεται στον σχετικό κανόνα του ουσιαστικού ποινικού δικαίου. Η απόπειρα εγκλήματος δεν συνιστά διαρκές έγκλημα, έστω και αν διαρκούν τα αποτελέσματά της. Αυτό σημαίνει ότι η διάρκεια της εγκληματικής ενέργειας δεν ενδιαφέρει πριν επέλθει το εγκληματικό αποτέλεσμα, πριν δηλαδή συγκροτηθεί με το αποτέλεσμα σε πράξη, σύμφωνα πάντοτε με την περιγραφή στην αντικειμενική υπόσταση. Η διάκριση στηρίζεται στη χρονική διάρκεια της προσβολής του εννόμου αγαθού και όχι εκ του τρόπου τελέσεως. Το στιγμιαίο ή διαρκές σχετίζεται με την πράξη και όχι με τα αποτελέσματα αυτής τα οποία μπορεί να διαρκούν στο διηνεκές.

Το κριτήριο βάσει του οποίου ένα έγκλημα καθίσταται διαρκές είναι νομικό και όχι χρονικό. Έτσι μια ανθρωποκτονία (αρ 299 ΠΚ) μπορεί να διαρκεί επί ώρες κατά τον χρόνο που ο δράστης προσπαθεί να θανατώσει το θύμα, χωρίς όμως εξ’ αυτού του λόγου η πράξη να τρέπεται σε διαρκές έγκλημα. Ο δράστης προσπαθεί να θανατώσει το θύμα ρίχνοντας δηλητήριο στον καφέ του, χωρίς όμως να επιδράσει στον οργανισμό του, πυροβολεί στη συνέχεια και τον ρίχνει στο ποτάμι με αποτέλεσμα να πνιγεί. Το έγκλημα όμως της ανθρωποκτονίας με πρόθεση (αρ 299 ΠΚ) είναι στιγμιαίο, διότι η κατάσταση που επακολούθησε του θανάτου δεν πληροί την ίδια αντικειμενική υπόσταση με την πράξη που την προκάλεσε.

Η επέλευση του θανάτου είναι στιγμή μοναδική, διότι πριν από αυτή δεν έχουμε τελείωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας. Η επόμενη χρονική στιγμή μετά την τελείωση του εγκλήματος της ανθρωποκτονίας δεν είναι πια θανάτωση – αφαίρεση ζωής, γιατί ζωή δεν υπάρχει, αλλά υπάρχει κατάσταση θανάτου που δεν αποτελεί βέβαια πράξη.

Επίσης το έγκλημα της εκβίασης (αρ 385 ΠΚ) μπορεί να διαρκεί επί μακρό χρόνο, όσο διαρκεί η απειλή πλην όμως η πράξη όσο διαρκεί η απειλή, παραμένει στο στάδιο της απόπειρας και επομένως το έγκλημα δεν έχει τελειωθεί. Το ζητούμενο είναι στην προκειμένη περίπτωση, αν μετά την τελείωση του εγκλήματος, όταν δηλαδή έχει πληρωθεί η αντικειμενική υπόσταση εξακολουθεί να πληρούται η ίδια αντικειμενική υπόσταση οπότε έχουμε διαρκές έγκλημα ή όχι οπότε έχουμε στιγμιαίο έγκλημα. Έτσι το έγκλημα της εκβίασης (αρ 385 ΠΚ) είναι στιγμιαίο, διότι με βάση το βασικό κριτήριο του διαρκούς εγκλήματος, το έγκλημα διαρκεί, όσο διαρκεί η πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης, μετά την τελείωση του εγκλήματος ουδεμία παράνομη κατάσταση δημιουργείται ή αν δημιουργηθεί η διατήρηση της παράνομης κατάστασης δεν πληροί την αυτή αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της εκβίασης με την παραγωγή της.

Ομοίως η αφαίρεση του πράγματος στην κλοπή (αρ 372 ΠΚ) σφραγίζει την εγκληματική πράξη. Με την αφαίρεση περατώνεται τυπικά το έγκλημα της κλοπής. Μετά την αφαίρεση η επόμενη χρονική στιγμή δεν είναι πια αφαίρεση αλλά κατακράτηση ξένου πράγματος που συνιστά το έγκλημα της υπεξαίρεσης (αρ 375 ΠΚ), το οποίο συντιμωρείται με το έγκλημα κλοπής, διότι δεν εξακολουθεί ο δράστης να αφαιρεί, εφόσον χρόνο ο κύριος του πράγματος αποστερείται αυτό.

Το ίδιο συμβαίνει με το στιγμιαίο έγκλημα της αντίστασης κατά της αρχής (αρ 167 ΠΚ) διότι εφόσον εκείνος που αντιστέκεται συλληφθεί δεν διατηρείται στη συνέχεια κάποια παράνομη κατάσταση και η νομιμότητα αποκαθίσταται, στο στιγμιαίο έγκλημα της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (αρ 381 ΠΚ), στο οποίο μετά την φθορά δημιουργείται μεν και πάλι μία παράνομη κατάσταση (ο παθών αποστερείται οριστικά το πράγμα που κατέστρεψε ο δράστης) πλην όμως ουδεμία αντικειμενική υπόσταση πληρούται, στο στιγμιαίο έγκλημα της απάτης (αρ 386 ΠΚ), διότι η παράνομη κατάσταση διαρκεί για όσο χρόνο καταβάλλεται προσπάθεια να πεισθεί το υποψήφιο θύμα από τον δράστη. Στην περίπτωση αυτή που απαιτήθηκαν πλείονες συνεχιζόμενες ψευδείς παραστάσεις, που επαναλαμβάνονται μέχρις ότου καλλιεργηθεί η επιδιωκόμενη πλάνη, ο χρόνος τέλεσης συμπίπτει με την τελική ολοκλήρωση της απατηλής συμπεριφοράς.

Ως συμπέρασμα ενόψει των παραπάνω εκτεθέντων προκύπτει ο κανόνας του αληθούς κριτηρίου διαφοροποιήσεως αυτών των δύο κατηγοριών εγκλημάτων (στιγμιαίου – διαρκούς) που είναι η δημιουργία μιας παρατεταμένης παράνομης κατάστασης, αλλά και πολύ περισσότερο το αν σύμφωνα με την εφαρμοστέα ποινική διάταξη η συμπεριφορά του δράστη μετά την τελείωση της αντικειμενικής υπόστασης, μπορεί να υπαχθεί και αυτή στην ίδια διάταξη. Η διάταξη πρέπει να ερμηνεύεται εννόψει του εννόμου αγαθού που προστατεύεται, τον τρόπο προσβολής που περιγράφονται σ’ αυτήν και της ιδιομορφίας της συγκεκριμένης περίπτωσης.

Συχνά το πρόβλημα εντοπίζεται στο εάν η παράλειψη άρσης της παράνομης κατάστασης μπορεί να νοηθεί ως δεύτερη φάση του ιδίου εγκλήματος, στην οποία κάθε νέα στιγμή επαυξάνει και εμβαθύνει την προσβολή του εννόμου αγαθού.

Η αντικειμενική υπόσταση του στιγμιαίου εγκλήματος περιλαμβάνει μόνο την παραγωγή της παράνομης κατάστασης, ενώ του διαρκούς εγκλήματος περιλαμβάνει όχι μόνο την παραγωγή, αλλά και τη διατήρηση της παράνομης κατάστασης που συνιστά χρονικώς παρατεινόμενη προσβολή ορισμένου εννόμου αγαθού.

Όπως γίνεται φανερό, από την λεπτομερή ανάλυση που προηγήθηκε στιγμιαίο έγκλημα είναι πάντα κάθε έγκλημα που συνιστά προσβολή ανελαστικού εννόμου αγαθού, ενώ η προσβολή εννόμου αγαθού ελαστικού, άλλοτε στοιχειοθετεί στιγμιαίο και άλλοτε διαρκές έγκλημα. Το διαρκές έγκλημα αναφέρεται μόνο σε προσβολή ελαστικού εννόμου αγαθού. Το στιγμιαίο αναφέρεται σε προσβολή ανελαστικού, αλλά και σε προσβολή ελαστικού εννόμου αγαθού.

Το ανελαστικό έννομο αγαθό χάνει οριστικά τον προορισμό του, την ατομική στιγμή της ολοκληρωμένης προσβολής του. Ανελαστικό έννομο αγαθό είναι η ανθρώπινη ζωή, το υπόμνημα. Αντιθέτως, το ελαστικό έννομο αγαθό μετά την βλάβη του, ειρηνεύοντας ξαναβρίσκει τον προορισμό του. Ελαστικό αγαθό είναι η σωματική ακεραιότητα και υγεία, η προσωπική ελευθερία, η τιμή, η πολιτειακή εξουσία, η δημόσια τάξη, η ιδιοκτησία.

Η ελαστικότητα αναφέρεται στη βλάβη του εννόμου αγαθού και όχι βέβαια στη διακινδύνευσή του με αντίστοιχο έγκλημα διακινδύνευσης, διότι από άποψη κινδύνου όλα τα έννομα αγαθά είναι ελαστικά. Η ελαστικότητα κρίνεται όταν προσβάλλεται το κάθε αγαθό μόνο του και όχι όταν συμπροσβάλλεται με άλλα έννομα αγαθά, από τα οποία μάλιστα εξαρτάται.

Χαρακτηριστικό στοιχείο του διαρκούς εγκλήματος είναι η ελαστικότητά του, όταν αυτό στρέφεται κατά του εννόμου αγαθού, κατά τέτοιο τρόπο, ώστε δια της προσβολής η οποία επιφέρει η αξιόποινη πράξη να μην αφανίζεται – εξουθενούται, αλλά απλώς να συμπιέζεται, στη συνέχεια δε να αποκαθίσταται στην αρχική υπόσταση και μορφή μόλις αρθεί η παράνομη κατάσταση.

Από πλευράς δομής το διαρκές έγκλημα μπορεί να συνίσταται σε διαρκή θετική ενέργεια (συμμετοχή σε εγκληματική οργάνωση – αρ 187 ΠΚ), σε διαρκή παράλειψη (εγκατάλειψη εγκύου – αρ 359 ΠΚ) και σε μία ενέργεια η οποία ακολουθείται από μια παράλειψη άρσης της παράνομης κατάστασης (αρπαγή – 322 ΠΚ).

Η παράλειψη όμως, όταν αναφέρεται στη μη επιχείρηση συγκεκριμένης πράξης σε ορισμένη προθεσμία όπως ακριβώς συμβαίνει στην καταβολή δεδουλευμένων αποδοχών εντός ορισμένης προθεσμίας (Α.Ν 690/1945) το έγκλημα είναι στιγμιαίο, διότι μετά την παρέλευση της προθεσμίας είναι πλέον λογικώς αδύνατη η πλήρωση της αυτής υποκειμενικής υπόστασης. Η παράλειψη στη συνέχεια που θα επακολουθήσει τελείται πλέον σε άλλη χρονική στιγμή. Τα διαρκή εγκλήματα δύνανται να τελεσθούν τόσο εκ δόλου, όσο και εξ αμελείας, όπου τα εξ αμελείας δύνανται να μεταβληθούν εκ δόλου τελούμενα.

 

 

  1. Κλασικές περιπτώσεις στιγμιαίων – διαρκών εγκλημάτων

α) Στιγμιαίο είναι το έγκλημα της

α1 Παραβίασης Δικαστικής Απόφασης (αρ. 232Α Π.Κ.)

α2 Ανθρωποκτονίας με πρόθεση – αρ. 299Π.Κ.

α3 Απάτης (αρ. 386 Π.Κ.)

α4 Εκβίασης (αρ. 385 Π.Κ.)

α5 Φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (αρ. 381Π.Κ.)

α6 Υπεξαγωγής εγγράφων (αρ. 222Π.Κ.)

α7 Κλοπής (αρ. 372Π.Κ.), ανεξαρτήτως αν η  επαύξηση της προσβολής του έννομου αγαθού μπορεί σε συγκεκριμένη περίπτωση να προσδώσει διάρκεια και στην αξιόποινη συμπεριφορά. Αυτό μπορεί να συμβεί στην περίπτωση κατά την οποία ο Α δράστης χρησιμοποιώντας συσκευή αναρρόφησης, αφαιρεί επί 5 ημέρες καλαμπόκι από την αποθήκη του γείτονα Γ.

α8 Υπεξαίρεσης ( αρ. 375 Π.Κ.)

α9 Απιστίας Δικηγόρου ( αρ. 323 Π.Κ.)

α10 Διγαμίας ( 356 Π.Κ.)

α11 Επίσης στιγμιαίο είναι και το έγκλημα του εμπρησμού (αρ. 264 Π.Κ.).

β) Διαρκές είναι το έγκλημα της

β1 εσχάτης προδοσίας υπό την μορφή της άσκησης της παράνομης εξουσίας (αρ. 134 § 2γ Π.Κ.)

β2 συμμετοχής σε αθέμιτο σωματείο ( αρ. 188 Π.Κ.)

β3 συμμετοχής σε ένοπλη ομάδα ( αρ. 195 Π.Κ.)

β4 διατάραξης οικιακής ειρήνης (αρ. 334 Π.Κ. – παραμονή στην κατοικία άλλου)

β5 παρακώλυσης συγκοινωνιών (292Π.Κ.)

β6 παρακώλυσης της λειτουργίας άλλων κοινοφελών εγκαταστάσεων (αρ. 293 Π.Κ.)

β7 παραβίασης μέτρων για την πρόληψη ασθενειών (αρ. 284 Π.Κ.)

β8 παραβίασης μέτρων για την πρόληψη επιζωοτιών (αρ. 285 Π.Κ.)

β9 παράνομης κατακράτησης (αρ 325Π.Κ.)

β10 παραβίασης της υποχρέωσης της διατροφής και της συμφωνίας για επικοινωνία (αρ. 358 Π.Κ.)

β11 εγκατάλειψης εγκύου (αρ. 359 Π.Κ.)

β12 αρπαγής (αρ. 322Π.Κ.)

β13 εμπορίας δούλων (323 Π.Κ.)

β14 αρπαγής ανηλίκων (324 Π.Κ.)

β15 κατακράτησης παρά το Σύνταγμα (326 Π.Κ.)

β16 απόδρασης κρατουμένου (173 Π.Κ.)

β17 εκμετάλλευσης πόρνης (αρ. 350 Π.Κ.)

β18 παραβίασης των κανόνων της οικοδομής (αρ. 286 Π.Κ.) μέσα στα όρια της διεύθυνσης ή διεξαγωγής του οικοδομικού έργου.

β19 ακούσιας απαγωγής (αρ. 327 Π.Κ.)

β20 εκούσιας απαγωγής (αρ. 328 Π.Κ.)

β21 σωματεμπορίας (αρ. 351§1 Π.Κ. – κατακρατεί)

β22 συμμετοχής σε εγκληματική οργάνωσης (αρ. 187§1 Π.Κ.)

β23 συμμετοχής σε τρομοκρατική οργάνωση (αρ. 187Α §4 Π.Κ.)

β24 κατοχής πορνογραφικού υλικού ανηλίκων (αρ. 348Α Π.Κ.)

β25 κατοχής εκρηκτικών υλών (αρ. 272§1 Π.Κ. – κατέχει και αρ. 272§2 Π.Κ.- φυλάσσει)

β26 κατοχής ναρκωτικών ουσιών (αρ. 5 Ν1729/1987)

β27 ανέγερσης οικίας χωρίς οικοδομική άδεια (αρ. 4§1ΑΝ 410/1968)

β28 στάσης (αρ. 170Π.Κ.)

β29 θρασύτητας κατά της αρχής (αρ. 171 Π.Κ.)

β30 έκθεσης  (αρ. 306§1εδ.β Π.Κ.)

β31 αντιποίησης αρχής (αρ. 175 Π.Κ.)

β32 παράβασης καθήκοντος (αρ. 259 Π.Κ.) όταν δεν εκτελείται ορισμένο καθήκον το οποίο παρατείνεται για αρκετό χρόνο

β33 της άρνησης συμμόρφωσης προς την Εισαγγελική Παραγγελία. Είναι σαφές ότι η άρνηση αυτή συνιστά ποινικό αδίκημα (αρ. 259 Π.Κ. – παράβαση καθήκοντος – απείθεια – αρ. 169 Π.Κ.), χωρίς όμως τούτο να σημαίνει ότι σε κάθε περίπτωση είναι διαρκές έγκλημα, έτσι ώστε σε κάθε άρνηση να έχουμε και στοιχειοθέτηση αυτού, ώστε να δικαιολογείται η αυτόφωρη διαδικασία (ΕγκΕισΑΠ 7/2008 Πλογ2008, 718, ΠοινΔικ 2008,1478).

 

  1. Η σημασία της διάκρισης των εγκλημάτων σε στιγμιαία και διαρκή.

Η σημασία της διάκρησης αυτής είναι μεγάλη και αναφέρεται ιδίως:

α) στον χρόνο έναρξης της παραγραφής των εγκλημάτων (αρ. 111 Π.Κ.)

Ο χρόνος έναρξης της παραγραφής, στο διαρκές έγκλημα ανατρέχει στην αποπεράτωση της πράξης, από της άρση της παράνομης κατάστασης, αφού τότε το πρώτον παύει να πληρούται η αντικειμενική υπόσταση. Η παραγραφή αρχίζει από την τελευταία όμοια της στιγμής από το τέλος της διάρκειας της στιγμής της περάτωσης. Έτσι στο διαρκές έγκλημα της παράνομης κατακράτησης (αρ. 325 Π.Κ.) η παραγραφή αρχίζει να τρέχει από τη στιγμή που ελευθερώνεται το θύμα. Αντιθέτως στο στιγμιαίο έγκλημα ο χρόνος έναρξης της παραγραφής αρχίζει από την ημέρα κατά την οποία περατώθηκε η ενέργεια του δράστη. Έτσι στο στιγμιαίο έγκλημα της βαριάς σωματικής βλάβης (αρ. 310 Π.Κ.) ο χρόνος παραγραφής δεν αρχίζει από τη στιγμή που θα επουλωθούν οι πληγές του θύματος, αλλά από τη στιγμή που θα περατωθεί η ενέργεια του δράστη.

β) στη συμμετοχή στο έγκλημα (αρ. 45 – 49 Π.Κ.)

Συναυτουργία και συνέργεια είναι δυνατές μέχρι την άρση της παράνομης κατάστασης. Ειδικότερα στην άμεση (αναγκαία) συνέργεια (αρ. 46 § 1β Π.Κ.) ή απλή συνέργεια (αρ. 47 § 1 Π.Κ.) ή συμμετοχή αυτή μπορεί να υπάρξει μόνο πριν ή κατά την τέλεση της κύριας πράξης, όχι δε και μετά από αυτήν. Έτσι ο Α ο οποίος παρέχει άμεση συνδρομή στον Β ο οποίος κατακρατεί παράνομα την Γ προκειμένου να εξακολουθήσει την υφιστάμενη και  παράνομη κατακράτηση θα κριθεί – τιμωρηθεί ως άμεσος (αναγκαίος) συνεργός του εγκλήματος της παράνομης κατακράτησης που τέλεσε ο Β σε βάρος της Γ (αρ. 46 § 1εδ. β’ Π.Κ. σε συνδ. με αρ. 325 Π.Κ.).

 

β) στη συμμετοχή στο έγκλημα (αρ. 45-49 Π.Κ.)

Συναυτουργία και συνέργεια είναι δυνατές μέχρι την άρση της παράνομης κατάστασης. Ειδικότερα στην άμεση (αναγκαία) συνέργεια (αρ. 46§1β Π.Κ.) ή απλή συνέργεια (αρ. 47§1Π.Κ.) η συμμετοχή αυτή μπορεί να υπάρξει μόνο πριν ή κατά την τέλεση της κύριας πράξης, όχι δε και μετά από αυτήν. Έτσι ο Α ο οποίος παρέχει άμεση συνδρομή στον Β ο οποίος κατακρατεί παράνομα την Γ προκειμένου να εξακολουθήσει την υφιστάμενη και παρατεινόμενη παράνομη κατακράτηση θα κριθεί – τιμωρηθεί ως άμεσος (αναγκαίος) συνεργός του εγκλήματος της παράνομης κατακράτησης που τέλεσε ο Β σε βάρος της Γ (αρ. 46§1εδ. β Π.Κ. σε συνδ με αρ. 325 Π.Κ.).

Επίσης στην περίπτωση που ο Δ βοηθά τον Ε να ματαιώσει την προσπάθεια της Ζ για απελευθέρωσή της την οποία κατακρατεί παράνομα, ο Δ θα κριθεί – τιμωρηθεί ως απλός συνεργός του εγκλήματος της παράνομης παρακράτησης (αρ 47§1 ΠΚ σε συνδ με αρ 325 ΠΚ), διότι η συμμετοχική του δράση λαμβάνει χώρα ενόσω ακόμη διαρκεί το άδικο της κύριας πράξης. Μετά την τέλεση της κύριας πράξης δεν υπάρχει συμμετοχή στο έγκλημα. Στο διαρκές έγκλημα διευρύνεται η δυνατότητα της συνέργιας μέχρι να πάψει η διάρκεια του εγκλήματος.

 

γ) στην άμυνα (αρ 22 ΠΚ)

Άμυνα επιτρέπεται καθόλου το χρονικό διάστημα που ο δράστης πληροί την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος, αφού όσο διατηρείται η παράνομη κατάσταση υπάρχει διαρκώς παρούσα και άδικη επίθεση. Η άμυνα ως απόκρουση παρούσας και άδικης επίθεσης επεκτείνεται και στην παράταση της στιγμής περάτωσης ώστε σε όλη τη διάρκειά της η επίθεση (η προσβολή του εννόμου αγαθού) να θεωρείται παρούσα και να μπορεί να αποκρουστεί σύμφωνα με το αρ 22 ΠΚ. Τα χρονικά περιθώρια της άμυνας στο διαρκές έγκλημα είναι μεγαλύτερα.

 

δ) στην θεμελίωση κατ’ ιδέαν συρροής εγκλημάτων

Όσο διαρκεί το έγκλημα διευρύνονται τα περιθώρια συνάντησής του σε κατ’ ιδέαν συρροή με άλλα εγκλήματα. Κατ’ ιδέαν συρροή εγκλημάτων υπάρχει όταν τα περισσότερα εγκλήματα πραγματώθηκαν με την ίδια εν όλω ή εν μέρει συμπεριφορά (αρ 94§2 ΠΚ). Έτσι όσα εγκλήματα τελούνται κατά το χρονικό διάστημα που εξακολουθεί η παράνομη κατάσταση, τελούν σε σχέση κατ’ ιδέαν συρροής προς το διαρκές έγκλημα.

 

ε) στον τόπο τέλεσης του εγκλήματος (αρ 16 ΠΚ)

Τόπος τέλεσης του διαρκούς εγκλήματος είναι κάθε τόπος όπου αυτό τελείται. Έτσι αν το έγκλημα της κατοχής ναρκωτικών ουσιών (αρ 5Ν1729/1987) άρχισε στην Ελλάδα, συνεχίστηκε στην αλλοδαπή, τόπος τέλεσης για όλο το έγκλημα είναι η Ελλάδα, και τα ποινικά δικαστήρια στην Ελλάδα έχουν ποινική εξουσία για την όλη πράξη. Τόπος τέλεσης είναι κάθε τόπος στον οποίο εξακολούθησε η πραγμάτωσή της αντικειμενικής υπόστασης.

.

στ) στον χρόνο τέλεσης του εγκλήματος (αρ 17 ΠΚ)

Χρόνος τέλεσης του διαρκούς εγκλήματος είναι ο χρόνος κατά τον οποίο έχει συντελεσθεί η εγκληματική ενέργεια ή παράλειψη της οφειλόμενης ενέργειας και εξακολουθεί αυτό να υφίσταται για όσο χρόνο διαρκεί η ενέργεια ή παράλειψη μέχρι την άρση της εγκληματικής ενέργειας με οποιονδήποτε τρόπο. Επομένως χρόνος τέλεσης του διαρκούς εγκλήματος είναι το χρονικό διάστημα από την παραγωγή της παράνομης κατάστασης από τον δράστη μέχρι να λήξει η παράνομη αυτή κατάσταση.

 

ζ) στην προθεσμία έναρξης υποβολής έγκλησης (αρ 117 ΠΚ)

Η προθεσμία έναρξης υποβολής έγκλησης στο διαρκές έγκλημα αρχίζει μόλις λήξει η παράνομη κατάσταση, εφόσον εννοείται, ο δικαιούμενος έλαβε γνώση αυτής.

 

η) στο δεδικασμένο (αρ 57 ΚΠΔ)

Αν έχει ασκηθεί ποινική δίωξη για διαρκές έγκλημα αλλά η πράξη διήρκεσε και μετά από αυτή, χωρίς το δικαστήριο να επεκτείνει τη δίωξη και για το παραπέρα διάστημα, τότε δεν επιτρέπεται ο δράστης να δικαστεί και πάλι για το διάστημα αυτό που δεν είχε περιληφθεί στη δίωξη.

 

θ) στην άσκηση της ποινικής δίωξης (αρ 27 ΚΠΔ σε συνδ με αρ 43 ΚΠΔ)

Σε κάθε διαρκές έγκλημα η συνέχιση της πράξης ως ενιαίας διακόπτεται από τότε που θα ασκηθεί ποινική δίωξη και περιέλθει αυτή σε γνώση του δράστη, οπότε η περαιτέρω εξακολούθηση αποτελεί νέα πράξη για την οποία μπορεί να ασκηθεί νέα ποινική δίωξη. Η αθώωση όμως για την πρώτη δίωξη δεν επιτρέπει την νέα δίωξη για την διαρκούσα παράνομη κατάσταση. Κατά μείζονα λόγο κωλύεται νέα δίωξη επί του κατ’ έγκληση διωκόμενου διαρκούς εγκλήματος, όταν η πρώτη έπαυσε οριστικώς λόγω παραιτήσεως από του δικαιώματος της έγκλησης ή ανάκλησης αυτής, διότι δεν επιτρέπεται νέα έγκληση (αρ 51§2 ΚΠΔ).

 

ι) στην εφαρμογή του ευμενέστερου νόμου (αρ 2 ΠΚ)

Στην περίπτωση μεταβολής του ποινικού νόμου κατά την διάρκεια του διαρκούς εγκλήματος θα εφαρμοστεί όταν δικασθεί τούτο, ο ευμενέστερος για τον κατηγορούμενο νόμος, σύμφωνα με τη σαφή διάταξη του αρ 2§1 ΠΚ, έστω και αν είναι προγενέστερος.

 

κ) στην λήξη της διάρκειας του διαρκούς εγκλήματος

Η λήξη της διάρκειας του διαρκούς εγκλήματος επέρχεται:

  • όταν αρθεί η παράνομη κατάσταση.
  • όταν ο δράστης δεν έχει πλέον τη δυνατότητα να άρει την παράνομη κατάσταση.
  • όταν αφού ασκηθεί ποινική δίωξη ο δράστης καλείται σε απολογία. Από την απολογία και μετά η συντήρηση της παράνομης κατάστασης συνιστά νέο διαρκές έγκλημα.

 

λ) στον προσδιορισμό του εγκλήματος ως αυτοφώρου (αρ 242 ΚΠΔ)

Το διαρκές έγκλημα θεωρείται ότι γίνεται (είναι εν των πράττεσθαι) όσο χρόνο διαρκεί η δημιουργηθείσα παράνομη κατάσταση, δηλαδή μέχρι την άρση της παράνομης κατάστασης με μεταγενέστερη ενέργεια του δράστη, του παθόντος ή τρίτου. Ο δράστης καταλαμβάνεται επ’ αυτοφώρω, όσο χρόνο διαρκεί το έγκλημα (γνήσιο αυτόφωρο έγκλημα όταν η πιθανότητα ενοχής προσεγγίζει τη βεβαιότητα – αρ 242§1 ΚΠΔ). Μάλιστα η τελευταία χρονική στιγμή της παράνομης κατάστασης αποτελεί και την αφετηρία σύμφωνα με την οποία υπολογίζεται ο μέγιστος χρόνος (ολόκληρη η επόμενη από την τέλεση της πράξης ημέρα), μετά την παρέλευση του οποίου δεν υπάρχει αυτόφωρο έγκλημα (αρ 242§2 ΚΠΔ).

 

 

 

μ) στη λειτουργία του επιγενόμενου δόλου

Εφόσον η τέλεση του διαρκούς εγκλήματος παρατείνεται για όσο χρόνο διατηρείται η παράνομη κατάσταση, το γεγονός ότι ο δόλος δεν υπήρχε την στιγμή που δημιουργήθηκε η παράνομη κατάσταση, αλλά αποκτήθηκε μετά την πλήρωση της αντικειμενικής υπόστασης, πριν όμως από την άρση της παράνομης κατάστασης, ο δόλος αυτός βλάπτει (επιγενόμενη κακή πίεση βλάπτει). Αντιθέτως η επιγενόμενη κακή πίεση στο στιγμιαίο έγκλημα δεν βλάπτει.

Στο διαρκές έγκλημα ο λεγόμενος επιγενόμενος δόλος θεμελιώνει την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Έτσι στην περίπτωση κατά την οποία ο Α κλείδωσε κατά λάθος τον Β στην αποθήκη του αν στη συνέχεια θυμήθηκε το γεγονός αυτό και δεν επέστρεψε να ξεκλειδώσει τον Β τότε ο Α διαπράττει το έγκλημα της παράνομης κατακράτησης με παράλειψη (αρ 325 ΠΚ σε συνδ με αρ 15 ΠΚ), διότι αρχικά δεν υπήρχε δόλος, αργότερα όμως επήλθε ο επιγενόμενος δόλος. Η ύπαρξη του δόλου (γνώση και θέληση) δεν υπήρχε κατά τη στιγμή που δημιουργήθηκε η παράνομη κατάσταση, διαμορφώθηκε όμως επιγενόμενα σε χρόνο που διαρκούσε η παράνομη κατάσταση. Όταν ο Α κλείδωσε τον Β στην αποθήκη κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης είχε άγνοια των περιστατικών που συνιστούν την πράξη της παράνομης κατακράτησης οπότε βρισκόταν σε κατάσταση πραγματικής πλάνης (αρ 30§1 ΠΚ). Η ύπαρξη της πραγματικής πλάνης αποκλείει τον δόλο (αρ 27 ΠΚ) και την ευσυνείδητη αμέλεια (αρ 28 εδβ ΠΚ). Το έγκλημα της παράνομης κατακράτησης (αρ 325 ΠΚ) δεν τιμωρείται από αμέλεια, οπότε η συμπεριφορά του Α δεν είναι αξιόποινη. Από την στιγμή που όμως θυμήθηκε το γεγονός και δεν επέστρεψε στην αποθήκη να ξεκλειδώσει τον Β, από τότε αρχίζει να τελεί το έγκλημα (αντικειμενική + υποκειμενική υπόσταση) της παράνομης κατακράτησης (αρ 325 ΠΚ) που διαρκεί μέχρι την απελευθέρωση του Β.

Αντιθέτως στο στιγμιαίο έγκλημα της ανθρωποκτονίας εάν ο Δ σκοτώσει τον Ε σε κατάσταση πραγματικής πλάνης (αρ 30§1 ΠΚ) μη ξέροντας ότι σκοτώνει άνθρωπο, αλλά παίρνοντας τον Ε, που ήταν κρυμμένος σε θάμνο, για άγριο ζώο, η επιγενόμενη μετά τη στιγμιαία τέλεση της ανθρωποκτονίας, γνώση του δεν μετατρέπει την ήδη τελειωμένη ανθρωποκτονία από αμέλεια (αρ 302 ΠΚ) σε ανθρωποκτονία από πρόθεση (αρ 299 ΠΚ).

Ομοίως στο στιγμιαίο έγκλημα της διγαμίας (αρ 356 ΠΚ) ο επιγενόμενος δόλος δεν έχει καμιά σημασία, δεν θεμελιώνει δηλαδή την υποκειμενική υπόσταση, διότι η τέλεση του εγκλήματος αυτού δεν διαρκεί χρονικά, αλλά συντελείται σχεδόν ακαριαία, έτσι ώστε ο επιγενόμενος δόλος να μη μπορεί να στοιχειοθετήσει την υποκειμενική του υπόσταση. Ο επιγενόμενος δόλος ο οποίος πρέπει να υπάρχει κατά τον χρόνο τέλεσης της πράξης ελλείπει και ως εκ τούτου δεν στοιχειοθετείται η υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος. Έτσι στην περάτωση κατά την οποία ο Α τέλεσε γάμο με την έγγαμη Ε χωρίς να γνωρίζει την ιδιότητα αυτή δεν τελεί το έγκλημα της διγαμίας (αρ 356 ΠΚ) αν αργότερα το πληροφορήθηκε και συνέχισε την έγγαμη συμβίωση, διότι το έγκλημα της διγαμίας είναι στιγμιαίο και η τέλεσή του συντελείται με την σύναψη του γάμου. Η διγαμία ως στιγμιαίο έγκλημα απαιτεί δόλο κατά τον χρόνο πλήρωσης της αντικειμενικής υπόστασης και δεν αρκεί ο επιγενόμενος.

 

 

Πληροφορίες – Επικοινωνία

Δερμενούδης Νικόλαος

Νομικός – Εγκληματολόγος – Ποινικολόγος

Τηλ. 25410 77560

Fax 25410 67205

Κιν.: 6979847227

e-mail: xartikaipontiki@gmail.com

 

Find, Like, Share / skaythess facebooktwitteryoutubeinstagram

 

Δείτε επίσης

Ενημέρωση όσων συμμετέχουν στην αίτηση ακύρωσης 1575/2016 της 1ης σειράς Πανελληνίων

Σας γνωρίζουμε ότι για την εκπροσώπησή σας στην εξ αναβολής συζήτηση της 10/12/2018 ενώπιον του …