Τελευταίες Ειδήσεις
Αρχική / Slider / Ανάλυση του άρθρου 331 του Ποινικού Κώδικα «Αυτοδικία»

Ανάλυση του άρθρου 331 του Ποινικού Κώδικα «Αυτοδικία»

Στην παρούσα ιστοσελίδα (skaythess.gr), έχουν κατά καιρούς δημοσιευτεί και άλλες αναλύσεις άρθρων του Ποινικού Κώδικα, που μπορεί να φανούν ιδιαίτερα χρήσιμες σε όσους συναδέλφους ασκούν ενεργά τα προανακριτικά τους καθήκοντα, είτε σε όσους έχουν σκοπό να συμμετάσχουν στις προαγωγικές εξετάσεις Αρχ/κών ή ΤΕΜΑ, ή στις κατατακτήριες εξετάσεις για τη Σχολή Αξιωματικών.

Τις αναλύσεις αυτές μπορείτε να δείτε επιλέγοντας την ετικέτα «ΝΟΜΙΚΑ».

Άρθρο 331

Αυτοδικία

Όποιος ασκεί αυθαίρετα αξίωση σχετική με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται τιμωρείται με κράτηση έως έξι (6) μήνες ή με πρόστιμο έως τρεις χιλιάδες (3.000) ευρώ.

Η ποινική δίωξη ασκείται μόνο ύστερα από έγκληση.

  1. Έννοια

Αυτοδικία διαπράττει εκείνος, ο οποίος δεν προσφεύγει στα δικαστήρια, αλλά ασκεί αυθαίρετα αξίωση, σχετική με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται (άσκηση αυθαίρετης αξίωσης σχετικής με δικαίωμα, ενώ έπρεπε να γίνει προσφυγή στην αρμόδια δικαστική αρχή για την ικανοποίηση του δικαιώματος που αμφισβητείται).

  1. Προστατευόμενο έννομο αγαθό

Είναι η προσωπική ελευθερία του ατόμου, που παρά τη θέλησή του εξαναγκάζεται να πράξει, να παραλείψει ή να ανεχθεί οτιδήποτε που απορρέει από την αυθαίρετη ενέργεια, η οποία στρέφεται εναντίον του.

Κατ’ άλλη άποψη, προστατεύεται το δημόσιο συμφέρον, το οποίο επιβάλλει όπως οι πολίτες προσφεύγουν στη δικαιοσύνη για τη ρύθμιση των διαφορών των. Ορθότερο είναι όμως, ότι αποτελεί έγκλημα περί την απονομή της δικαιοσύνης, αφού η αυτογνώμων ενάσκηση αντιπροσωπεύεται στην έννομη τάξη, προς διαφύλαξη της οποίας έχει ταχθεί η δικαστική αρχή (αρ. 20 Σ).

  1. Σκοπός της σχετικής διάταξης

Είναι το δημόσιο συμφέρον το οποίο επιβάλλει την υποβολή των πολιτών στη δικαιοσύνη υπό την ευρύτατη έννοια (η απονομή της δικαιοσύνης εξασφαλίζεται από το κράτος). Ο νόμος απαγορεύει την αυθαίρετη και κατ’ οικεία κρίση ικανοποίηση της αξίωσης κατά παρέκκλιση της δικαστικής αρχής, αφού έτσι καταλύεται ή ουσιωδώς μεταβάλλεται ο νόμιμος τρόπος ικανοποίησης της αξίωσης έναντι τρίτου, με συνέπεια να προκαλούνται αντιρρήσεις και αμφισβητήσεις, καθώς και η εκδήλωση επιθετικών διαθέσεων, προς βλάβη της κοινωνικής ειρήνης.

Ειδικότερα, με τη σχετική διάταξη, σκοπείται η περιστολή της επιβολής της εκδηλούμενης βούλησης του προσώπου έναντι τρίτου, το οποίο ουσιαστικώς υποτάσσεται στην υλική αυθόρμητη και άνευ συναινέσεως ενέργεια με την οποία δεσμεύεται η περιουσία του.

Η έννομη τάξη καθορίζει πλαίσιο προστασίας των πολιτών χάριν της κοινωνικής συμβίωσης, ταυτοχρόνως όμως απαγορεύει την αυτοδύναμη ικανοποίηση των δικαιωμάτων, έστω νομικών και υπαρκτών.

  1. Χαρακτηριστικά γνωρίσματα του εγκλήματος

Η αυτοδικία ως έγκλημα, δεν συγκαταλέγεται στα διαρκή ή συνεχή εγκλήματα, αλλά στα καλούμενα εγκλήματα κατάστασης ή μετ’ αποτελεσμάτων διαρκείας, δηλαδή στα στιγμιαία εγκλήματα.

Περαιτέρω, είναι έγκλημα κοινό, απλό, ενέργειας, απλής συμπεριφοράς (τυπικό), ιδιόχειρο, αφηρημένης διακινδύνευσης, γνήσιο πολύτροπο υπαλλακτικώς ή διαζευτικώς μικτό, διότι δύναται να τελεστεί από δράστη ο οποίος, είτε πράγματι έχει, είτε πιστεύει ότι έχει το ενασκούμενο δικαίωμα.

  1. ΕΙΔΙΚΗ ΥΠΟΣΤΑΣΗ – ΤΥΠΟΠΟΙΗΣΗ ΤΗΣ ΕΓΚΛΗΜΑ-ΤΙΚΗΣ ΣΥΜΠΕΡΙΦΟΡΑΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ (ΝΟΗΜΑΤΙΚΗ ΑΠΕΙΚΟΝΙΣΗ ΤΟΥ ΕΓΚΛΗΜΑΤΟΣ ΣΤΟ ΝΟΜΟ – αρ. 7 § 1 Σ)

Απαρτίζεται από την αντικειμενική και την υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος.

Α) Αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος

α) Υποκείμενο του εγκλήματος (δράστης του εγκλήματος)

Εφόσον το έγκλημα είναι κοινό, δράστης του εγκλήματος μπορεί να είναι οποιοσδήποτε.

Έτσι, δράστης του εγκλήματος είναι ο δικαιούμενος να ασκήσει ενώπιον του αρμοδίου δικαστηρίου αγωγή περί της αξιώσεώς του, περί της οποίας υπάρχει αμφισβήτηση και περί της οποίας ή δεν έχει αρχίσει ακόμη δίκη ή υφίσταται δίκη εκκρεμής (ιδιοκτήτης, συνιδιοκτήτης, συγκάτοχος του πράγματος, συγκληρονόμος, κύριος, νομέας, κοινωνός δικαιώματος, συνεταίρος του πράγματος, όταν τούτο δεν κατέχεται αποκλειστικώς από τον δράστη).

Δράστης του εγκλήματος μπορεί να είναι και τρίτος, αν η ενέργεια έγινε με εντολή ή εξουσιοδότηση ή έγκριση ή κατά την τεκμηριωμένη βούληση του δικαιούχου. Ακόμη, ο δράστης του εγκλήματος αυτού μπορεί να είναι και ο πρόεδρος της κοινότητας, ο οποίος εκτελεί τις αποφάσεις του κοινοτικού συμβουλίου ή δημόσιος υπάλληλος, όταν δεν ενεργεί εντός του κύκλου των καθηκόντων του (ο δημόσιος υπάλληλος Δ, από τα διαπιστευμένα σ’ αυτόν χρήματα, πληρώνεται αυθαίρετα για οφειλόμενα σ’ αυτόν από το δημόσιο).

Κατάληψη όμως ακινήτου από δημόσιο υπάλληλο, χωρίς να τηρηθούν οι διατάξεις περί απαλλοτριώσεως, συνιστά παράβαση καθήκοντος (αρ. 259 ΠΚ) και όχι αυτοδικία.

β) Υλικό αντικείμενο της πράξης (παθών του εγκλήματος)

Υλικό αντικείμενο της πράξης που εξατομικεύει το προσβαλλόμενο έννομο αγαθό στο έγκλημα αυτό, είναι το φυσικό ή νομικό πρόσωπο, το οποίο θίγεται από την αυθαίρετη άσκηση της αξίωσης του δράστη.

Θύμα του εγκλήματος είναι ο φορέας κατά το χρόνο τέλεσης της πράξης  του προσβληθέντος με αυτή εννόμου αγαθού, εναντιούμενος στην ενάσκηση του δικαιώματος του δράστη και από την οποία εναντίωση ανακύπτει διένεξη, προς επίλυση της οποίας ο δράστης έπρεπε να προσφύγει δικαστικώς.

γ) Η πράξη προσβολής του έννομου αγαθού (εγκληματική συμπεριφορά)

Η πράξη με την οποία προσβάλλεται το έννομο αγαθό, συνίσταται στην αυθαίρετη άσκηση μιας αξίωσης σχετικά με δικαίωμα που πραγματικά έχει ο δράστης ή από πεποίθηση το οικειοποιείται.

Για την πλήρωση επομένως της αντικειμενικής υπόστασης του εγκλήματος της αυτοδικίας (αρ. 331 ΠΚ), απαιτείται να συντρέχουν σωρευτικώς οι κατωτέρω προϋποθέσεις:

  • να υφίσταται μία αξίωση του υπαιτίου, η οποία να απορρέει από δικαίωμα, το οποίο είτε το έχει πραγματικά, είτε έχει την πεποίθηση ότι του ανήκει,
  • το σχετικό δικαίωμα να αμφισβητείται από κάποιον,
  • η αξίωση του υπαιτίου πρέπει να είναι δικαστικά επιδιώξιμη, δηλαδή να υπάρχει δυνατότητα προσφυγής στη δικαστική αρχή, ακόμη και αλλοδαπού για τη συγκεκριμένη επίδικη αξίωση, για την οποία είτε δεν έχει εγερθεί ακόμη δίκη, είτε είναι εκκρεμής και
  • η αυθαίρετη άσκηση της αξίωσης.

γ1. Έννοια του όρου της αξίωσης

Ως αξίωση νοείται η απαίτηση από κάποιο δικαίωμα αστικό (δικαίωμα ως άσκησή του) και όχι απλώς ηθικού συμφέροντος ή δικαιώματος δημοσίου δικαίου. Το είδος της αξίωσης (εμπράγματης, ενοχικής) είναι αδιάφορο. Εφόσον όμως ο νόμος ομιλεί περί αξιώσεως δικαιώματος, προκύπτει ότι, απαραίτητο στοιχείο είναι ότι το δικαίωμα δύναται να ασκηθεί με αγωγή.

γ2. Έννοια του όρου της αξίωσης σχετικής με δικαίωμα που ή το έχει πραγματικά ή από πεποίθηση το οικειοποιείται (πεποίθηση δικαίου)

Ως δικαίωμα νοείται η υπό του νόμου αναγνωριζόμενη στο πρόσωπο εξουσία για την ικανοποίηση βιοτικού συμφέροντος. Η αξίωση αποτελεί εννοιολογικό περιεχόμενο κάθε δικαιώματος, το οποίο στην προκειμένη περίπτωση μπορεί να είναι:

  • είτε πραγματικό δικαίωμα κατά το ουσιαστικό δίκαιο (υπαρκτό, αληθινό δικαίωμα). Το δικαίωμα το έχει πράγματι ο δράστης όταν πληρούνται στο πρόσωπο αυτού όλες οι προϋποθέσεις για την κτήση του δικαιώματος.

Έτσι, για τον Α, ιδιοκτήτη διαμερίσματος, δεν αμφισβητεί κανείς ότι έχει δικαίωμα κυριότητας στο διαμέρισμα. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ο Α έχει δικαίωμα αυτογνωμόνως, κατά παράλειψη της δικαστικής οδού, να αποβάλει τον αρνούμενο μισθωτή, να αποδώσει τούτο μετά τη λήξη της μίσθωσης.

  • είτε νομιζόμενο (μη υπαρκτό, φανταστικό δικαίωμα, μη ύπαρξη πραγματικού δικαιώματος). Ο δράστης στην προκειμένη περίπτωση (εκ πεποιθήσεως οικειοποίηση) πιστεύει απολύτως ότι έχει το δικαίωμα αυτό, όταν πρόκειται περί νομικής αξίωσης, η οποία κατά την υποκειμενική εκτίμησή του εμφανίζεται ως ικανή νομικής πραγματοποίησης (αυτογνώμων κατεδάφιση διαχωριστικού τοίχου του μισθίου από τον μισθωτή Μ, πιστεύοντας ότι αυτός έχει τέτοιο δικαίωμα).

Ο δράστης νομίζει ότι έχει τέτοιο δικαίωμα, ενώ αυτό δεν συμβαίνει στην πραγματικότητα (από πεποίθηση οικειοποίηση δικαιώματος). Οικειοποιείται σημαίνει ότι η ενέργεια του δράστη κατευθύνεται στο να λάβει μόνος του το δίκαιο.

Από πεποίθηση έχει την έννοια ότι η πράξη πρέπει να έχει ως υπόβαθρο την πίστη ότι υπάρχει το δικαίωμά του, διότι αλλιώς πρόκειται για εικονικότητα. Εάν ο δράστης δεν επικαλείται πραγματικό ή νομιζόμενο δικαίωμά του επάνω στο πράγμα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για το έγκλημα της αυτοδικίας, αλλά για άλλο έγκλημα, του οποίου πληρούνται ενδεχομένως οι προϋποθέσεις του εγκλήματος της εκβίασης (αρ. 385 ΠΚ για κάθε κινητό πράγμα ή ακίνητο πράγμα που αποτελεί περιουσία), της κλοπής (αρ. 372 ΠΚ) ή της ληστείας (αρ. 380 ΠΚ) για τα κινητά.

Έτσι, με βάση τα προεκτεθέντα, το συμπέρασμα το οποίο προκύπτει είναι ότι αν ο δράστης δεν είχε το δικαίωμα το οποίο φέρεται ότι άσκησε αυτογνωμόνως, ούτε εκ πεποιθήσεως, αλλά κακοπίστως οικειοποιήθηκε, δεν υφίσταται αυτοδικία, αλλά ενδεχομένως άλλο αδίκημα.

γ3. Έννοια του όρου της αυθαίρετης άσκησης αξίωσης σχετικής με δικαίωμα

Ως αυθαίρετη (αυτογνώμων) άσκηση αξίωσης νοείται η ενέργεια του υπαιτίου στην περίπτωση κατά την οποία παραλείπει την δικαστική οδό, χωρίς δηλαδή να ακολουθήσει τη νόμιμη δικαστική οδό με την οποία ρυθμίζεται η αμφισβήτηση που ανέκυψε. Η δικαστική αρχή δύναται να είναι και αλλοδαπή.

Επομένως, το έγκλημα της αυτοδικίας συντελείται όταν κάποιος αυτογνωμόνως, δηλαδή παραλείποντας τη νόμιμη δικαστική οδό, ενεργεί αξίωση για δικαίωμα που πραγματικά έχει ή αλλιώς οικειοποιείται από πεποίθηση, ενώ έπρεπε να προσφύγει στην αρμόδια δικαστική αρχή για την ικανοποίηση του αμφισβητούμενου δικαιώματος και για να αποφευχθεί η απειλούμενη διατάραξη της έννομης τάξης από την αυθαίρετη ενέργεια.

Αυθαίρετη είναι η άσκηση της σχετικής αξίωσης και όταν ακόμη ο δράστης έχει μεν προσφύγει στα δικαστήρια, αλλά πριν αυτά εκδώσουν την απόφασή τους σπεύδει και ικανοποιεί ο ίδιος την αξίωσή του (υλοποίηση στον εξωτερικό κόσμο της αξίωσης). Ο νόμος δεν καθορίζει τον τρόπο με τον οποίο διαπράττεται η αυτογνώμων πραγματοποίηση της αξίωσης περί δικαιώματος το οποίο ο δράστης έχει ή εκ πεποιθήσεως οικειοποιείται (πίστη ότι το δικαίωμα ανήκει σ’ αυτόν). Επομένως, δύναται να γίνει με κάθε τρόπο. Ο όρος «αυτογνωμόνως» ισοδυναμεί με τον όρο «αυτοδυνάμως».

Αποφασιστικό στοιχείο για την προσβολή, δεν είναι η μη υποβολή των πολιτών στη δικαστική αρχή, αλλά η αυθαίρετη επιβολή της βούλησης ατόμου επί άλλου ατόμου και η αποστέρηση τούτου της προστασίας της πολιτείας δια της αυθαίρετης αυτής επιβολής (η αυθαίρετη επιβολή συνιστά αποστέρηση της προστασίας).

Στο σημείο όμως αυτό κρίνεται απαραίτητο να επισημανθεί ότι, η φράση «αυθαίρετα» συνιστά στοιχείο της αντικειμενικής υπόστασης του σχετικού εγκλήματος.

Για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος θα πρέπει να ληφθεί υπόψη και η θεμιτή αυτοδικία του ΑΚ. Έτσι, η ανακατάληψη της νομής ακινήτου από τον νομέα του, αμέσως μετά την αποβολή του δεν είναι τελειωτικά άδικη πράξη, διότι ο άδικος χαρακτήρας του εγκλήματος του αρ. 331 ΠΚ αίρεται σύμφωνα με το αρ. 20 ΠΚ.

γ4. Έννοια του όρου της αμφισβήτησης του σχετικού δικαιώματος από άλλον

Το δικαίωμα (πραγματικό ή νομιζόμενο) πρέπει να είναι αμφισβητούμενο και να είναι περιουσιακό, όχι ηθικό ή δημόσιο λειτούργημα. Έτσι, δεν συνιστά η εν μέρει ανέγερση κτίσματος από μέρους του Α στο ακίνητο του γείτονα Γ, αν δεν υπήρχε μεταξύ του Α και Γ προηγούμενη αμφισβήτηση.

Απαιτείται για τη θεμελίωση της αξιόποινης πράξης αμφισβήτηση – αντίθεση τρίτου προσώπου στην ενάσκηση του δικαιώματος. Από τη αμφισβήτηση – αντίθεση αυτή θα πρέπει να προκύψει διένεξη και παρά το γεγονός αυτό, ο υπαίτιος προβαίνει αυτοδυνάμως κατά παράλειψη της δικαστικής οδού στην πραγμάτωσή του, είτε μεταβάλλοντας την κατάσταση που υπάρχει, είτε εμποδίζοντας τον τρίτον να δημιουργήσει την κατάσταση με την ενάσκηση του παραπάνω δικαιώματος (υπαρκτού  ή από πεποίθηση νομιζόμενου – αυθαίρετη ικανοποίηση αξίωσης να επιδιωχθεί δικαστικώς). Ακόμη και αυτός που έχει νομικό δικαίωμα επί του αμφισβητούμενου πράγματος δεν δύναται να ασκήσει αυτό αυτοδυνάμως, αλλά οφείλει να προσφύγει στην αρμόδια δικαστική αρχή προς αναγνώριση και προστασία αυτού, δια αποφάσεως αυτής. Εάν δεν αμφισβητείται  το σχετικό δικαίωμα, δεν μπορεί να γίνει λόγος για αυτοδικία.

Η αμφισβήτηση του υπαρκτού ή νομιζόμενου δικαιώματος μπορεί να γίνει με οποιονδήποτε τρόπο, όπως:

  • είτε με πραγματικές ενέργειες ή υποδείξεις (μην ξαναπειράξεις αυτόν τον τοίχο, είναι δικός μου – μη ξαναπειράξεις τη μεγάλη πέτρα που αποτελεί το σύνορο του χωραφιού και ‘ρθεις προς το δικό μου μέρος οργώνοντάς το),
  • είτε με νομικές πράξεις ή ενέργειες (έγερση αγωγής, αποστολή εξώδικης πρόσκλησης).

γ5. Έννοια του όρου της αξίωσης δικαστικά επιδιώξιμης (αγώγιμης).

Δικαστικά επιδιώξιμη (αγώγιμη) νοείται η αξίωση, όταν μπορεί ο δράστης στη συγκεκριμένη περίπτωση να προσφύγει στα δικαστήρια και να ζητήσει από αυτά την ικανοποίηση της αξίωσής του (κομβική προϋπόθεση).

Η αμφισβήτηση η οποία έχει ανακύψει, θα πρέπει να ρυθμίζεται μέσω της δικαστικής οδού, αλλά και της οδού της αναγκαστικής εκτέλεσης ή της διοικητικής εκτέλεσης (πραγμάτωση αυτοδικίας δημάρχου που κατεδάφισε αυθαίρετα επικίνδυνο κτίσμα) ή της διοικητικής οδού. Πρέπει η διαφορά να μπορούσε να επιλυθεί δικαστικά. Εάν δεν δύναται να επιδιωχθεί δικαστικώς το δικαίωμα, διότι είναι αντίθετο προς τα χρηστά ήθη ή προέρχεται εξ εγκλήματος, δεν χωρεί αυτοδικία αλλά κλοπή (αρ. 372 ΠΚ), παράνομη βία (αρ. 330 ΠΚ).

Μπορεί ακόμη να μην έχει ασκηθεί αγωγή ή να εκκρεμεί ή και να έχει αυτή απορριφθεί. Στη δικαστική απόφαση θα πρέπει να αναφέρεται το δικαίωμα του παθόντος που αντιποιείται ο κατηγορούμενος, ότι αυτό αμφισβητείται και ότι δύναται να επιδιωχθεί δικαστικώς, ο δε δράστης με την ενέργειά του επεδίωξε να ικανοποιηθεί αυθαίρετα. Ασάφεια ή αντίφαση για το σχετικό δικαίωμα συνεπάγεται αναίρεση.

Στην έννοια του «δικαστικώς επιδιώξιμου» δεν υπάγεται όμως ένα γενικό και αφηρημένο δικαίωμα, αλλά πρέπει να είναι δυνατή και ικανοποίηση μιας αξίωσης με τη νομική έννοια του όρου που πρέπει να συγκεκριμενοποιείται. Η ζημία τρίτου δεν συνιστά στοιχείο του εγκλήματος, αλλά ούτε η άσκηση βίας, διότι ο νόμος δεν απαιτεί κάτι τέτοιο.

γ6. Ύπαρξη θετικής ενέργειας και όχι αρνητικής για την τέλεση του εγκλήματος

Το έγκλημα τελείται μόνο δια θετικής ενέργειας και όχι δι’ αρνητικής, όπως με άσκηση εκπλήρωσης νόμιμης υποχρέωσης, (μη παράδοση του τέκνου προς επικοινωνία), ούτε γενικά με παθητική συμπεριφορά. Αυτό συνάγεται από τη λέξη «ασκεί» (ενεργεί) αλλά και διότι δια της παραλείψεως δεν προσβάλλεται η προσωπική ελευθερία του καθ’ ου η αυτοδικία, ούτε επέρχεται διατάραξη της δημόσιας τάξεως. Είναι όμως αξιόποινη συμπεριφορά η παρεμπόδιση τρίτου να δημιουργήσει κατάσταση που δικαιούται.

Έτσι, σταχυολογώντας με πληρότητα και ακρίβεια τις θέσεις της νομολογίας πράξεις αυτοδικίας αποτελούν:

  • η κατεδάφιση κτίσματος,
  • η περίφραξη γειτονικού αγρού,
  • η καταστροφή περίφραξης,
  • η απόφραξη δρόμου,
  • η αντικατάσταση κλειδαριάς,
  • η κατασκευή φρεατίου,
  • η οικοδόμηση σε αλλότριο οικόπεδο,
  • η κοπή δέντρων και κλώνων επί των ορίων,
  • η κατάληψη τμήματος της οδού από όπου διερχόταν ο εγκαλών με ανοικοδόμηση,
  • η ανέγερση κτίσματος απουσία του κυρίου,
  • η κατάληψη δημόσιας δασικής οδού και φύτευση δέντρων,
  • η κατάληψη αγρού και συλλογή ελαιοκάρπου από τα ελαιόδεντρα του αγρού,
  • η στάθμευση στην πυλωτή πολυκατοικίας δύο αυτοκινήτων ιδιοκτησίας του δράστη, με την πρόθεση να παρεμποδίσει τη διέλευση των οχημάτων των ενοίκων της πολυκατοικίας, αξιώνοντας έτσι την οικειοποίηση του χώρου,
  • η καταστροφή και αφαίρεση πασσάλων και συρματοπλεγμάτων δια των οποίων ο κύριος συνεχομένου οικοπέδου, περιέφραξε αυτό,
  • η απόσπαση με βία από τον ιδιοκτήτη νυκτερινού κέντρου, του αντιτίμου λογαριασμού καταναλωθέντων ποτών από τον πελάτη,
  • η αποκοπή νερού πηγής αρδεύσεως του περιβολιού του παθόντος,
  • η άρνηση του δράστη να εκπληρώσει νόμιμη υποχρέωσή του όπως η μη επιστροφή κινητού το οποίο δόθηκε λόγω χρησιδανείου,
  • η κατάληψη ακινήτου με την αναγραφή επ’ αυτού των αρχικών του ονόματος του δράστη,
  • η διάνοιξη ιδιωτικής οδού διαμέσου ξένου αγρού,
  • η είσοδος του δράστη σε ιδιόκτητο σπίτι του όπου διέμεναν η εν διαστάσει σύζυγός του και τα παιδιά του και η αποβολή των προσωπικών ειδών της οικοσκευής και της αλλαγής κλειδαριάς,
  • η αποβολή εκ της συζυγικής στέγης του συζύγου και τα είδη ατομικής χρήσεως αυτού,
  • η αφαίρεση μηχανημάτων από ομόρρυθμο εταίρο πριν οι εκκαθαριστές προβούν σε εκκαθάριση,
  • η βιαία αποβολή της μισθώτριας της οποίας είχε λήξει η μίσθωση από τον μισθωτή,
  • η κατεδάφιση κοινού τοίχου,
  • η είσοδος μετά τη διάλυση της εταιρείας εντός των κτιρίων αυτής και παραλαβή εγγράφων,
  • η είσοδος σε οικία διεκδικούντος δικαίωμα κυριότητας ενώ κατείχε μόνο το 4%,
  • η εκτέλεση απόφασης μη εκτελεστής διότι είχε ανασταλεί η εκτέλεση,
  • η παρεμπόδιση από τον μισθωτή λατομείου μετά τη λήξη της μίσθωσης του εγκατασταθέντος νέου μισθωτή,
  • η αποβολή του παθόντος από το μίσθιο, ενώ αυτός δεν είχε παραιτηθεί από τα δικαιώματα της μίσθωσης, χωρίς να έχει αποχωρήσει από το μίσθιο,
  • η μεταβολή και προσθήκη σε πρωτότοιχο διαμερίσματος πολυκατοικίας παρά την αντίρρηση των συνιδιοκτητών,
  • η κατάληψη και εκχέρσωση λιβαδιού μονής σε αγρό χωρίς να έχει απαλλοτριωθεί,
  • η πώληση από συγκύριο κοινών κινητών πραγμάτων,
  • η εγκατάσταση στην οικία εκείνου σε βάρος του οποίου προηγουμένως είχε εκτελεστεί τελεσίδικη απόφαση έξωσης,
  • η διέλευση του δράστη από το μέσο του κτήματος του παθόντος παρόλο που είχε δικαίωμα δουλείας διόδου στην άκρη του,
  • η πλακόστρωση εδαφοτεμαχίου από τον προσωρινό νομέα πριν λάβει γνώση της απόφασης του αρμόδιου δικαστηρίου που αναγνωρίζει τον νομέα,
  • η παρακράτηση από τους μουσικούς κέντρου διασκέδασης «Το Χάραμα» του συνόλου της είσπραξης από τα εισιτήρια εορταστικής εκδήλωσης, χωρίς να αναμένουν τον εγκαλούντα που είχε την εκμετάλλευση του κέντρου για να κάνουν την εκκαθάριση.

 

Β) Υποκειμενική υπόσταση του εγκλήματος

Υποκειμενικώς, απαιτείται δόλος ο οποίος συνίσταται στη γνώση του υπαιτίου ότι ενεργεί αυτογνωμόνως αξίωση περί δικαιώματος το οποίο ή έχει πράγματι ή πιστεύει απολύτως ότι έχει (εκ πεποιθήσεως οικειοποίηση) και στην αντίστοιχη θέληση. Ο δράστης πρέπει να ενεργεί εκ πεποιθήσεως ότι το δικαίωμα περί του οποίου υπάρχει αμφισβήτηση και που διεκδικεί ανήκει σ’ αυτόν, είναι δε αδιάφορο αν πράγματι του ανήκει ή απλώς αντιποιείται τούτο.

Ο δόλος μπορεί να είναι άμεσος  δόλος α’ και β’ βαθμού ή ενδεχόμενος (αρ. 18 εδ. β’ ΠΚ και αρ. 26 § 1 ΠΚ σε συνδ. με αρ. 331 ΠΚ).

Η υποβάθμιση όμως του εγκλήματος σε πταίσμα, αφήνει ανοικτή την τιμωρία του δράστη και όταν τελεί την πράξη από αμέλεια (αρ. 26 § 2 ΠΚ). Ωστόσο, ενώ η βούληση του νομοθέτη της σχετικής τροποποίησης ήταν να καταστήσει ηπιότερη την τιμωρία του δράστη της αυτοδικίας και όχι να διευρύνει τον χώρο του αξιοποίνου αυτής με την τιμωρία και της αμέλειας, θα έπρεπε να προσθέσει και τη λέξη «πρόθεση», ώστε να μη λειτουργεί ο κανόνας με το τεκμήριο που προκύπτει από τη σιωπή του νόμου στο αρ. 26 § 2 ΠΚ.

 

  1. Τετελεσμένο έγκλημα και απόπειρα εγκλήματος

α) Ως προς την τελείωση του εγκλήματος

Το έγκλημα θεωρείται τετελεσμένο μόλις τερματιστεί η ενέργεια δια της οποίας πραγματοποιείται το αξιούμενο δικαίωμα (αποβολή παθόντος).

β) Ως προς την απόπειρα του εγκλήματος

Απόπειρα δεν είναι δυνατή σύμφωνα με τις γενικές διατάξεις περί απόπειρας (αρ. 42 § 1 ΠΚ, απόφαση εκτέλεσης του κακουργήματος, ή πλημμελήματος, όχι πταίσματος, αρχή εκτέλεσης του εγκλήματος, μη τελείωση του εγκλήματος).

 

  1. Σχέση του αρ. 331 ΠΚ – αυτοδικία, με τις διατάξεις των αρ. 1510 – 1520 ΑΚ (άσκηση γονικής μέριμνας από κοινού, των δύο γονέων

Η γονική μέριμνα περιλαμβάνει την επιμέλεια του προσώπου, τη διοίκηση της περιουσίας και την εκπροσώπηση του τέκνου, σε κάθε υπόθεση ή δικαιοπραξία ή δίκη που αφορούν το πρόσωπο ή την περιουσία του (αρ. 1510 ΑΚ). Σε περίπτωση όμως διακοπής της έγγαμης συμβίωσης και μέχρι να εκδοθεί δικαστική απόφαση, οι γονείς εξακολουθούν από κοινού να έχουν την επιμέλεια των ανηλίκων τέκνων τους.

Ειδικότερα, τα ζητήματα σχετικά με την άσκηση της επιμέλειας, αλλά και το δικαίωμα επικοινωνίας με αυτά, ρυθμίζονται δι’ εγγράφου συμφωνίας των πρώην συζύγων η οποία επικυρώνεται από τα δικαστήρια. Κατ’ ακολουθία, η αφαίρεση από τον ένα γονέα του δικαιώματος επιμέλειας του άλλου γονέα και ενώ ακόμα δεν έχει εκδοθεί σχετική δικαστική απόφαση, συνιστά αυθαίρετη άσκηση αξίωσης η οποία εμπίπτει στη διάταξη του αρ. 331 ΠΚ (αυτοδικία).

 

  1. Σχέση του αρ. 331 ΠΚ – αυτοδικία, με τις διατάξεις περί συμμετοχής (αρ. 45 – 49 ΠΚ)

Η συμμετοχή στο έγκλημα αυτό είναι δυνατή σε όλες τις μορφές της, ήτοι ως συναυτουργία (αρ. 45 ΠΚ), ως ηθική αυτουργία (αρ. 46 § 1α ΠΚ), ως άμεση συνέργεια (αρ. 46 § 1β ΠΚ) και ως απλή  συνέργεια (αρ. 47 § 1 ΠΚ).

Εδώ ωστόσο πρέπει να προβούμε στην ακόλουθη διευκρίνιση:

Το αδίκημα δεν τελείται από τρίτο, αλλά μόνο από τον οικειοποιούμενο ή έχοντα αξίωση. Αν την υλική πράξη την ενεργεί τρίτος που είναι παρένθετο πρόσωπο (ακαταλόγιστος, ή ενεργεί από αμέλεια ή υπάρχει γι’ αυτόν λόγος που αίρει το άδικο), τότε ο έχων ή οικειοποιούμενος το δικαίωμα είναι έμμεσος αυτουργός.

Στην έμμεση αυτουργία, ο δράστης ενεργεί δι’ άλλου προσώπου που δεν είναι ούτε δράστης, ούτε συναυτουργός (η εγκληματική πράξη είναι εζευγμένη στους εγκληματικούς σκοπούς του δράστη που χρησιμοποιεί άλλον ως όργανό του).

Η έμμεση αυτουργία είναι μια μορφή αυτουργίας. Επομένως, για να είναι κάποιος έμμεσος αυτουργός θα πρέπει να μπορεί να είναι και αυτουργός ενός εγκλήματος (δεν μπορούν να τελεστούν κατά έμμεση αυτουργία τα ιδιόχειρα εγκλήματα και τα ιδιαίτερα εγκλήματα).

 

  1. Σχέση του αρ. 331 ΠΚ – αυτοδικία, με το αρ. 98 ΠΚ – κατ’ εξακολούθηση έγκλημα

Η αυτοδικία είναι στιγμιαίο έγκλημα, αλλά μετ’ αποτελεσμάτων διαρκείας. Έτσι, αν συνεχίζεται η υπό αυτήν δημιουργηθείσα παράνομη κατάσταση δεν διαπράττεται νέο έγκλημα, οπότε όταν τελείται κατ’ εξακολούθηση (αρ. 98 ΠΚ) η προθεσμία υποβολής της έγκλησης αρχίζει για όλο το έγκλημα από τότε που ο δικαιούμενος έλαβε γνώση της τελευταίας μερικότερης πράξης, εκτός εάν προηγήθηκε γνώση άλλης προηγούμενης μερικότερης πράξης, οπότε ως προς αυτήν η προθεσμία την έγκλησης αρχίζει από τον προγενέστερο αυτόν χρόνο, ενόψει του ότι στα κατ’ εξακολούθηση εγκλήματα κάθε μερικότερη πράξη διατηρεί την αυτοτέλειά της.

 

  1. Πότε η πράξη της αυτοδικίας δεν είναι άδικη

Η πράξη αυτοδικίας δεν είναι άδικη, αν υπάρχει κάποιος λόγος που αίρει το άδικο αυτής (αρ. 20 – 25 ΠΚ), όπως νόμιμη αυτοδικία, δικαίωμα αυτοδύναμης προστασίας της νομής (αρ. 282 ΑΚ, αρ. 985 ΑΚ).

Επομένως, αίρεται το άδικο, αν η ενέργεια στηρίζεται σε γραπτό ή εθιμικό κανόνα δικαίου (διάνοιξη φυσικού αγωγού από ΔΕΠΑ Α.Ε. μέσα σε κτήμα, η παραχρήμα μετά την παράνομη αποβολή ανάληψη της νομής δια της βίας).

Περί του αυθαιρέτου της ενάσκησης δικαιώματος κρίνει κυριαρχικώς το δικαστήριο της ουσίας (αρ. 60 ΚΠΔ) ελευθέρως εκτιμών και τυχόν εκδοθείσα απόφαση πολιτικού δικαστηρίου.

 

  1. Σχέση του αρ. 331 ΠΚ – αυτοδικία, με τη νομική πλάνη (αρ. 31 ΠΚ)

Η νομική πλάνη στην περίπτωση της πεποίθησης δικαίου (από πεποίθηση οικειοποίηση δικαιώματος) δεν αίρει τον καταλογισμό για αυτοδικία, έστω και αν είναι συγγνωστή (αρ. 31 § 2 ΠΚ), διότι και αν υπήρχε το δικαίωμα πράγματι, πάλι δεν θα έπρεπε να ενεργήσει αυθαίρετα ο δράστης (είτε έχει, είτε νομίζει πως έχει ο δράστης δικαίωμα) η ευθύνη του για αυτοδικία υπάρχει (στοιχειοθέτηση της αυτοδικίας από τον σύζυγο που αφαίρεσε το αυτοκίνητο από τη σύζυγο, με την πεποίθηση ότι έχει το δικαίωμα κυριότητας).

Με βάση της επισήμανσης αυτής, εκείνο το οποίο προκύπτει ως συμπέρασμα είναι ότι, η πεποίθηση του δράστη ότι έχει το δικαίωμα το οποίο άσκησε αυθαιρέτως, χωρίς δηλαδή προσφυγή στα δικαστήρια, δεν μπορεί να οδηγήσει στον μη καταλογισμό της πράξεως σ’ αυτόν σύμφωνα με το αρ. 31 § 2 ΠΚ, διότι ακριβώς για τη στοιχειοθέτηση του εγκλήματος της αυτοδικίας απαιτείται ή να έχει πράγματι ή να πιστεύει ότι έχει το ασκούμενο δικαίωμα ο δράστης.

 

  1. Σχέση του αρ. 331 ΠΚ – αυτοδικία, με άλλα εγκλήματα

α) Το έγκλημα του αρ. 331 ΠΚ – αυτοδικία, συρρέει αληθινά με τα εγκλήματα:

  • της υπεξαγωγής εγγράφων (αρ. 222 ΠΚ),
  • της ανθρωποκτονίας με πρόθεση (αρ. 299 ΠΚ),
  • της ανθρωποκτονίας από αμέλεια (αρ. 302 ΠΚ),
  • της σωματικής βλάβης (απλής – αρ. 308 ΠΚ, επικίνδυνης – αρ. 309 ΠΚ, βαριάς – αρ. 310 ΠΚ),
  • της παράνομης βίας (αρ. 330 ΠΚ),
  • της απειλής (αρ. 333 ΠΚ),
  • της παρακώλησης άσκησης δικαιώματος (αρ. 339 ΠΚ),
  • της μετακίνησης οροσήμων (αρ. 233 ΠΚ),

β) Το έγκλημα του αρ. 331 ΠΚ αυτοδικία, συρρέει φαινομενικά με τα εγκλήματα:

  • της κλοπής (αρ. 372 ΠΚ),
  • της φθοράς ξένης ιδιοκτησίας (αρ. 381 ΠΚ),

Στην προκειμένη περίπτωση υφίσταται αμοιβαίος αποκλεισμός, ως εκ του σκοπού του κάθε εγκλήματος. Δυνατή η μεταβολή από φθορά σε αυτοδικία. Ο αυτοδικών στην αυτοδικία επιλαμβάνεται  ιδίου πράγματος ή νομιζόμενου, ενώ επί φθοράς (αρ. 381 ΠΚ) πρόκειται περί ξένου πράγματος,

  • της εκβίασης (αρ. 385 ΠΚ).

 

  1. Άσκηση πολιτικής αγωγής

Είναι δυνατή η παράσταση πολιτικής αγωγής από τον άμεσα παθόντα. Έτσι, νομίμως παρίσταται ως πολιτικώς ενάγων ο κάτοχος του πράγματος, ο κάτοχος του καταληφθέντος ακινήτου. Με την πολιτική αγωγή δύναται να ζητηθεί από το ποινικό δικαστήριο η επαναφορά των πραγμάτων στην προτέρα κατάσταση.

 

  1. Ποινική κύρωση του εγκλήματος

Το έγκλημα αυτό τιμωρείται με φυλάκιση μέχρι έξι μηνών (πλαίσιο ποινής 1 ημέρα μέχρι 6 μήνες – αρ. 55 ΠΚ) ή από 29 έως 3.000 ευρώ χρηματική ποινή (αρ. 57 ΠΚ).

Το δικαστήριο όμως, δύναται να επιβάλει σωρευτικά και τις δύο ποινές, αν κρίνει ότι μόνο η μία εξ’ αυτών δεν αρκεί για την αποτροπή του υπαιτίου από την τέλεση άλλων αξιόποινων πράξεων (αρ. 80 § 2 ΠΚ).

 

  1. Άσκηση ποινικής δίωξης (αρ. 27, 36, 43, 46, 50, 243 ΚΠΔ) του εγκλήματος της αυτοδικίας (αρ. 331 ΠΚ)

Η ποινική δίωξη του εγκλήματος αυτού ασκείται με έγκληση του άμεσα παθόντα.

Άμεσα παθών είναι αυτός που εναντιώνεται στην ενάσκηση του δικαιώματος του δράστη, από την οποία εναντίωση ανακύπτει διένεξη, προς επίλυση της οποίας ο δράστης έπρεπε να προσφύγει δικαστικώς.

Επί Ιεράς Μονής, αν είναι αδύνατη η συγκρότηση του Ηγουμενοσυμβουλίου, τη Μονή εκπροσωπεί ο κληρικός που διορίζεται από τον αρμόδιο Επίσκοπο.

 

 

Πληροφορίες:

Δερμενούδης Νικόλαος

Νομικός, Ποινικολόγος, Εγκληματολόγος

Τηλ.: 2541077560 & 6979847227

Fax: 2541067205

e-mail: xartikaipontiki@gmail.com

 

 

Δείτε επίσης

Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017 – Διεκδικούμε-Απαιτούμε-Συμμετέχουμε στις εκλογές της Αθλητικής Ένωσης Αστυνομικών

Την Παρασκευή 24 Νοεμβρίου 2017 διεκδικούμε μία Αθλητική Ένωση Αστυνομικών που θα έχει πρωταγωνιστές τους …